Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Μπου.

Μέχρι πριν κάποιες εβδομάδες σε σκεφτόμουν αδιάκοπα. Πλην ελάχιστων εξαιρέσεων.
Δεν υπήρξε μέρα που να μην σε θυμηθώ, αισθητοποιήσω με κάποιον τρόπο, οραματιστώ, ακόμα...
Να μιλάς, να γελάς, να με κοιτάς.
Πόσα πράγματα μού είχες μάθει, πόσα κατάλαβα μόνη μου... Μα εσύ ήσουν πάντα η αφορμή.
Τα όνειρά μου, πάλι, συχνά τα επισκεπτόσουν. Μού μιλούσες, με άγγιζες, με φιλούσες

Όσες φορές όμως έτυχε να σέ ονειρευτώ ή έστω να προσπαθήσω να σε φανταστώ κάπου με κάποιον να λες κάτι, ποτέ δεν κατάφερα να σχηματίσω ακριβώς το πρόσωπό σου. Ποτέ. Μια ζωή εμφανίζονταν πρόσωπα άλλα, άλλων ανθρώπων, που ίσως να έμοιαζαν σε σένα, ίσως να έμοιαζαν πανομοιότυπα, ίσως να μην είχαν και καμία σχέση.
Δεν ήσουν ποτέ εσύ. (Το ήξερα.)
Χτες βράδυ ήσουν. Εσύ. Ήμουν σίγουρη.

Κάθε σπιθαμή του προσώπου. Κάθε βλέμμα, κάθε λάμψη. Κάθε διακύμανση και τόνος της φωνής.

Το μόνο πράγμα που δεν μπόρεσα ποτέ να αποδεχτώ ήταν το πνεύμα σου. Μόνο αυτό. Γιατί το είπες καθαρά, αυτό που ήθελα να ακούσω, αυτό που σε καμία περίπτωση δεν θα έλεγες. Ούτε θα σού συνέβαινε μέσα σου. (Όπως πάντα άλλωστε.)
Μού είπες ότι δεν ήσουν ο ίδιος. Γιατί αυτό; Γιατί τώρα;

Γιατί, μάλλον, σέ σκέφτομαι ακόμα; Αφού η ιδεατή αυτή σου εμφάνιση κράτησε τόσο λίγο...
"Γιατί το όνειρο παραήταν καλό για να τελειώσει με τον πρωινό ήλιο."
Και γιατί ξανά; Γιατί έτσι. Γιατί η ζωή είναι άδικη. Γιατί, απλά, δεν ικανοποιήθηκε αυτή η επιθυμία. Γιατί είσαι μαζοχίστρια. Γιατί δεν τον ξέρεις. Γιατί τον βλέπεις από μακριά. Γιατί ήθελες να φύγει από μόνος του. Γιατί πείστηκες ότι αν έφευγες εσύ όλα θα ήταν καλά. Γιατί ΑΝΤΕΧΕΣ ΑΚΟΜΑ. Γιατί ανέβαλες το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή σου. Γιατί αναθεμάτισες την πόλη και όχι εσένα την ίδια. Γιατί σέ αηδίασε και άφησες χώρο για τύψεις. Γιατί σκέφτεσαι. Γιατί βασίστηκες στο μόνο ξένο άτομο που αγαπάς πραγματικά, που έχεις μαζί του την πλειοψηφία των σχέσεων που θα ήθελες να έχεις με αυτόν, που έχεις ταυτίσει, στην ουσία, με αυτόν, που συμπεριλαμβάνεις στο μέλλον σου. Μαζί με αυτόν.


Γιατί, θεέ μου, τα πάντα να μέ παρεμποδίζουν απ' το να εγκαταλείψω την σκέψη ότι είσαι ο ιδανικός;


στον Ντί

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

Go tell the world I'm still around...

 Ποιος χρειάζεται εξηγήσεις; Η σκέψη, από μόνη της, είναι ο χειρότερος εχθρός."Εχθρός." Δεν χρειάζεται να την στηρίζω μεταφράζοντας κάθε έλλειψη σε ανάγκη, κατηγορώντας εμένα ή οποιονδήποτε για την ύπαρξή της. Αν δεν το καταλάβατε ακόμη, βρήκα υποκατάστατο: φεύγω. Και αποφάσισα να αφήσω πίσω μου όσο λιγότερη πικρία γίνεται: λίγο τα δωράκια, λίγο οι χάρες, λίγο οι επανορθώσεις της τελευταίας στιγμής που όμως υπήρξαν αισθητές... Κάτι κατάφερα -νομίζω. Φυσικά και δεν ήταν ολική η επαναφορά. Φυσικά και υπήρξε μια ηλεκτρισμένη κατάσταση στον αέρα ή δεν υπήρξε καθόλου κατάσταση σε άλλους τομείς. Η σκέψη, εξ' άλλου, οδηγεί σχεδόν πάντα σε αναβλητικότητα. "Εχθρός." Δεν αντιστάθηκα.
Πειράζει;
Τίποτα όμως δεν έχει σημασία τώρα. Και, θέλω να πιστεύω, δεν θα έχει για αρκετές εβδομάδες ακόμα. Φεύγω, έχω και εισιτήριο και βαλίτσα και όλα. "Διακοπές", πώς το λέτε οι κοινοί θνητοί... Πάω να βρω καινούριους ανθρώπους, καινούρια πράγματα, καινούριες πλευρές των παλιών. Έχω τα μάτια να τα δω, το ξέρω.

Α, επί τη ευκαιρία... Σού έχω πει ποτέ πόσο ευγνώμων σού είμαι; Όχι. Είσαι πολύ καλύτερος από μένα σε αυτό το θέμα. Ή ίσως να έχουμε τα ίδια χάλια, ποιος ξέρει... Μπορεί ούτε εσύ να μιλάς, μα κατάφερες κάτι πολύ σημαντικότερο με το βλέμμα και το χαμόγελό σου απ' ότι κατάφερα ποτέ με λόγια. Σήμερα κοίταξα τον ήλιο στα μάτια. Μετά από αρκετό καιρό. Και ένιωσα όμορφα. Σ'ευχαριστώ. Σ'ευχαριστώ. Θα μού λείψεις, φιλαράκι...







υ.γ. Αποφάσισα να μην σπάσω την παράδοση. Ο ήλιος (α λα Τόλκιν, πάντα) είναι γένους θηλυκού. Και το όνομά του δεν αρχίζει από Δέλτα.
Είναι... ζωή.


Ano sora mo iranai no ni...

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

Παραλογισμός

Τελείωσε. Σχεδόν. Δύο εκκρεμότητες μόνο.
Ή τρεις...
Δύο. Πολύ αργά για τέτοια... Είναι πολύ άσχημο να έχεις χάσει παντελώς οποιαδήποτε θέληση, οποιοδήποτε συναίσθημα. Ειδικά αν ξέρεις ότι θα επιστρέψουν, μα όχι σε επιθυμητό βαθμό ώστε να αλλάξουν την ανεπιθύμητη κατάσταση. Αυτήν την φορά, η οποία ναι, ήταν διαφορετική απ' όλες, όχι, δεν είχε διαφορετικό αποτέλεσμα, συνέβη ετεροχρονισμένα. Πολύ απλό. Υπερβολικά απλό.
Προσπαθώ να καταλάβω. Τί νόημα έχει, είχε, θα έχει. Ξέρω, αν κοιτάξω παλιές φωτογραφίες, αν θυμηθώ παλιά στιγμιότυπα συνδυασμένα με αντικείμενα, αν διαβάσω κάτι απ' τα παλιά θα το βρω το νόημα. Μόνο που εμείς οι άνθρωποι έχουμε πολλή ανάγκη αυτό. Οποιαδήποτε μορφή κι αν έχει Μπορείς να το πεις θεό, μπορείς να το πεις τέχνη, μπορείς να το πεις εξιδανίκευση οποιασδήποτε αρχής. Δεν αποκλείεται να το επαναξιολογούμε, πετάμε, αντικαθιστούμε. Χωρίς αυτό νιώθουμε ανασφάλεια. Κάτι θα λείπει. Δεν υπάρχουν "βάρβαροι" να τούς εναποθέσουμε την ευθύνη των πράξεών μας.

Ο καθένας κάνει διαρκώς ιεράρχηση αξιών. Θυσιάζει κάποια πράγματα χάριν κάποιων άλλων, σημαντικότερων, κατά την εκτίμησή του. Έτσι λειτουργεί. Και δεν το θεωρώ ιδεολόγημα. Θεωρώ ότι είναι, πράγματι, μες στην ανθρώπινη φύση. Να αγαπάς κάτι περισσότερο από κάτι άλλο, δηλαδή...
Και ποιο είναι το χειρότερο; Χρησιμοποιούμε αυτήν μας την φύση. Την γνωρίζουμε πολύ καλά. Δεν είναι ότι δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτήν. Είναι ότι θέλουμε να μην μπορούμε να ξεφύγουμε. Είναι εύκολο να χρησιμοποιείς κάτι που στα μάτια των άλλων φαντάζει μεγάλο, σοβαρό, υψηλό για να κρύψεις την ίδια σου την αδυναμία.

Μέχρι πρόσφατα πίστευα στην αγάπη. Νόμιζα ότι την είχα βρει. Τί μικρή που είμαι. Δεν έχω σταματήσει να πιστεύω. Έχω σταματήσει να την βρίσκω γύρω μου. Γιατί; Πού να την βρω;
Στους ανθρώπους τους οποίους αγάπησα μα δεν το εννόησα;
Στους ανθρώπους που είπαν ότι με αγάπησαν μα δεν το πίστευαν;
Στους ανθρώπους που είπαν ότι με αγάπησαν και το ξέχασαν;
Στους ανθρώπους που άλλοι είπαν ότι με αγάπησαν;
Στους ανθρώπους;

Τί κρίμα που οι άλλοι ήταν περισσότεροι. Είμαι απαίσια.







Ναι, ήμουν το ιδανικό ον. Κάθε φορά που παρουσιάζονταν πρότυπα, μαθητή, σκεπτόμενου ανθρώπου, ηθικού ανθρώπου, ήμουν μέσα. Ήμουν, πράγματι, το ιδανικό ον. Το ότι οι άλλοι δεν το καταλάβαιναν δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Κι εγώ το ίδιο βιολί: νόμιζα ότι μπορώ να τους βοηθήσω όλους. Πάντα. Ήθελα να εμπλακώ, πολύ απλά γιατί κανείς δεν με ενέπλεκε. Και αφού εμπλεκόμουν, με αναγνώριζαν. Και ηδονιζόμουν με αυτό. Και συνέχιζα, συνέχιζα, μέχρι το μεγάλο μπαμ. Με την σημαία της αγάπης, ενεργούσα χωρίς ενσυναίσθηση.



Μα δεν βαρεθήκατε να ακούτε για μένα;

Άκυρη ερώτηση. Δεν έχω κάτι άλλο για το οποίο να μπορώ να μιλήσω.

-Ξέρεις πόσο μισώ την βροχή;