Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2015

Χρόνια καλά...

Δεν συνηθίζω να κάνω εορταστικές αναρτήσεις, αλλά σιχάθηκα τον εαυτό μου στο φμπ για να το βάλω στο φμπ και νιώθω την ανάγκη να το μοιραστώ με μια, έστω μικρή, μερίδα ανθρώπων.





Ευχές!

Πέμπτη, 17 Σεπτεμβρίου 2015

De Profundis

 Επιστρέφω στην πόλη που με γέννησε κατά τις 6:02, με το τραίνο των 23:55 από την Αθήνα. Η διαφορά βορρά και νότου γίνεται αισθητή, ακόμη κι αν οι αποστάσεις είναι μηδαμινές. Είναι πρωί, κι όμως το σκοτάδι επικρατεί. Αλήθεια, δεν είναι ιδέα μου.
Το γλυκό μούδιασμα ο ύπνος -με διαλείμματα, αλλά ύπνος παρ' όλα αυτά- το προκάλεσε. Το παράξενο σφίξιμο ο ξύπνιος το διαμόρφωσε. Αιτιότητες θα υπάρξουν πάντοτε, μα όσο και να προσπαθώ να βρω λογική, όλο και κάπου θα μπάζει το δοχείο. Αν πάλι επικαλεστώ το παράλογο, οι αιτίες θα πέσουν σαν βροχή. Και ήταν φυσικό, και προβλέψιμο, και αναγκαίο. Έτσι ήρθαν τα πράγματα και θα συνεχίσουν από εκεί που τα άφησα. Το πού θα καταλήξουν, άγνωστο. Και αδιάφορο.
Κατεβαίνω από το τραίνο, ακολουθώ με θολά μάτια την διαδρομή που πλέον γνωρίζω καλά. Στην πλάτη μου έχω βάρος, όπως και στα σωθικά μου. Ο διάδρομος που οδηγεί στην έξοδο του σταθμού είναι λίγο πολύ επίπεδος. Και μετά παίρνω την ανηφόρα ως την στάση του λεωφορείου. Εκ βαθέων, σε πολλά επίπεδα, αν το καλοσκεφτείς. Είναι αυτή η απαισίως αισιόδοξη θεώρηση που κάποιος πίστευε ακράδαντα, όσο κι αν αμφέβαλλες. Μια διαρκής ανηφόρα η ανθρωπότητα, διαρκής επιθυμία για βελτίωση, για εξέλιξη, για πιο πολλά, πιο μεγάλα, πιο εκλεκτά. Τώρα όμως σώπα. Κινδυνεύω να μπερδέψω ένα κουβάρι με το οποίο είχα την ανάγκη να καταπιαστώ αυτές τις στιγμές, που είχα την ανάγκη να το τυλίξω εκ νέου, ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να πλέξω κάτι. Και να, εκεί που ο ουρανός από μπλε γίνεται κίτρινος, θυμάμαι. "Το παρελθόν είναι και η προηγούμενη στιγμή. Η στιγμή που ένιωθες την ανάσα του στο μέτωπό σου." Σώπα. Και αφέσου.


***
Θυμάμαι το πρωινό στον σταθμό των λεωφορείων. Ήταν νωρίς, με είχε πείσει ότι η καλύτερη περίπτωση ήταν αυτή, και εγώ δεν αμφέβαλλα. Είχα φτάσει νωρίτερα, και για κάποιον λόγο περίμενα το λεωφορείο μου σε λάθος μέρος. Ένα ζευγάρι μεσήλικες και μια συζήτηση που είχαν με οδήγησαν στο σωστό σημείο, όπου η αναταραχή είχε ήδη ξεκινήσει προ πολλού -εν αγνοία μου. Μια σχεδόν ατελείωτη κατάβαση προς τον νότο, η οποία φυσικά και τελείωσε αλλά κατόπιν προσπάθειας ύπνου, προσπάθειας ανάγνωσης, προσπάθειας να καταλάβω, μετά από ένα σημείο, πού στο καλό έπρεπε να κατεβώ, επειδή λίγο ντρεπόμουν να ρωτήσω μήπως και φανεί η αγωνία μου, πολύτιμη αγωνία, σε μάτια αγνώστων. Και θυμάμαι ένα χαρούμενο πρόσωπο.

Ένα πέτρινο σπιτάκι, δύο σκυλιά, μια απίστευτα οικεία και ζεστή κατάσταση που είχα βιώσει ξανά. Όχι έτσι ακριβώς, το ύψος ήταν διαφορετικό, το μέρος ήταν άλλο, τα χρώματα διαφοροποιούνταν. Η θάλασσα ήταν πιο μακριά, το βουνό πιο κοντά. Το άλλο πέτρινο σπιτάκι φιλοξενούσε δύο και όχι έναν. Τα σκυλιά ήταν άσπρα και όχι μαύρα. Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Έβλεπα τον ορίζοντα και η όρασή μου άνοιγε. Το μυαλό μου καθάριζε, η ψυχή μου εξαγνιζόταν. Μια εγγενής ηρεμία με κατάκλυζε τις πρώτες στιγμές, μια υπέροχη αίσθηση θέρμης και ενθουσιασμού.

Θυμάμαι το καθημερινό πρόγραμμα. Μελέτη, πρωινό, πρόβα, θάλασσα, φαγητό, ξεκούραση, μελέτη, πρόβα. Και μετά ό,τι προκύψει. Δείπνο, φιλική άτυπη συναυλία, ταινία, έξοδος, περίπατος στο σκοτάδι. Πολλά λόγια. Πολύ γέλιο. Πολλή αγάπη γενικά, ανταλλαγή, πάρε δώσε, και πολύ καλή δουλειά στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Και μετά θυμάμαι τα απρόοπτα, το σώμα μου να μην ανταποκρίνεται, τον άστατο ύπνο. Μα θυμάμαι και την ανατολή.

Αυτή η ανατολή ήταν ιδιαίτερη. Ήταν μια σοβαρή απόφαση που πήρα, να την ξαναδω μετά από αρκετό καιρό, μια που βρέθηκα σε τέτοιο μέρος. Και μια που βρέθηκα ξύπνια μια ώρα που δεν ήταν βολικό. Μα περίμενα. Και το φως δεν με απογοήτευσε. Θυμάμαι τον ουρανό από μαύρος να γίνεται μπλε και μετά κίτρινος. Θυμάμαι τον ήλιο να αρνείται να προβάλλει πίσω απ' τα βουνά, μα να δηλώνει την παρουσία του. Οι καμάρες των λοφίσκων άφηναν σκιές στον ουρανό, παράλληλες σχεδόν μεταξύ τους. Και μετά η μία ακτίνα. Από το σημείο όπου ήλπιζα να εμφανιστεί ο ήλιος ήρθε η έκπληξη, μια μοναδική μα έντονη ακτίνα φωτός που συμπλήρωνε την εικόνα απαράμιλλης ομορφιάς. Και την στιγμή που ο ήλιος εμφανίστηκε να μην μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του, να τυφλώνομαι σχεδόν, μα σαν μαγνητισμένη να μην κουνιέμαι από την θέση μου.

Και μετά η πτώση.


Θυμάμαι τον Μπαχ. Που στο σημείο που γνωρίζω καλύτερα απ' ότι άλλο στον κόσμο, απλώς κατέρρευσε. Δεν εκδηλώθηκε ο θρήνος μου κατευθείαν. Μου είπε πόσο στενοχωρήθηκε, και εγώ είχα ένα ύφος συγκατάβασης για το προσωπικό μου δράμα. Μετά από 24 ώρες θα είχα πενθήσει και θα εκτελούσα το σημείο εκ νέου. Όχι τέλεια μα πειστικά. Και η ντροπή του παρόντος μου με τέτοιο παρελθόν με κάνει και αρρωσταίνω. Και για να μην αρρωστήσω οδηγούμαι στην συγκατάβαση. "Δεν πειράζει, είσαι μικρή ακόμη, υπάρχει μέλλον." Και η σκέψη αυτή με έχει πείσει ως τώρα ότι μπορώ να γίνω κάτι και ότι δεν χρειάζεται να είμαι αυτήν την στιγμή, μα να πράττω. Και πιστεύω από την μία ότι θα φτάσω σε σημείο να μην έχω τέτοια προβλήματα αλλά από την άλλη ότι για να συμβεί αυτό δεν πρέπει να επαναπαυτώ ποτέ, δεν πρέπει να σταματήσω ποτέ. Και η συντήρηση δυνάμεων, η οργάνωση, η ιεράρχηση, αντιτίθεται στην δουλειά, την τριβή, την εμπειρία. Και δεν βρίσκω ισορροπία μεταξύ των δύο -ή παραπάνω από δυο- πλευρών.

Θυμάμαι το λιμάνι. Αποσύρθηκα με την πρόφαση και αιτία τηλεφωνήματος και ίσως από ανάγκη. Ξέρω τι θέλουν οι περιστάσεις να γίνει, και ξέρω τον τρόπο που θέλω εγώ να γίνει. Αλλά εκείνη την ημέρα δεν ήμουν σε θέση να προσφέρω στον εαυτό μου, τον φίλο μου και τους άλλους την ενέργειά μου. Δεν ήμουν παρούσα, δεν χαιρόμουν, δεν ένιωθα. Προσπαθούσα να πιαστώ από στιγμές, από σπαράγματα εκλάμψεων, από σταθερές τεχνικής και μνήμης. Από σκόρπιες αισθήσεις. Σκόρπια βλέμματα, σκόρπιες ανάσες. Δεν ήμουν εκεί, δεν είχα σύμπνοια με τον άνθρωπο που πίστευα ότι συνυπάρχουμε -σε έναν βαθμό. Η ταπεινότητα έγινε ηττοπάθεια, ο έλεγχος έγινε αναλγησία. Και έτσι ο έλεγχος χάθηκε.

Θυμάμαι τις λίγες ώρες μετά. Ο στόχος είχε επιτευχθεί, με επιτυχία, παρ' ότι εγώ δεν το ένιωθα καθόλου, ο κύκλος είχε κλείσει. Ήθελε να φτιάξει ατμόσφαιρα, οπότε μετακινήσαμε ένα τραπέζι κάτω ακριβώς από τα αστέρια. Δύο ποτήρια ουίσκι, μουσική και γλυκιά υπνηλία. Ιδανικές συνθήκες. Πρόποση "στην μουσική μας". Βαρύγδουπος και ποιητικός, όπως μια πλευρά δική μου, η οποία με γοητεύει ενίοτε. Κι άλλη αγάπη, κι άλλη ανταλλαγή, μα και ένας εαυτός που είχε την ανάγκη να σωθεί. Ένα από τα προβλήματα σε αυτήν την κατάσταση, και σε πολλές ακόμη, είναι η αυτολύπησή μου. Δεν τον ένιωθα ποτέ ως ίσο, εν τέλει. Ένιωθα κατώτερη, ένιωθα λιγότερο ικανή. Λιγότερο ταγμένη, λιγότερο συγκεντρωμένη, λιγότερη γενικώς. Και πιστεύω, βλακωδώς φυσικά, ότι "δεν γίνεται να με ερωτευτεί, εάν δεν σταθώ όπως πρέπει". Γι' αυτό και υποσχέθηκα στον εαυτό μου δύο πράγματα. Πρώτον, ότι θα δείξω τον καλύτερό μου εαυτό στην συναυλία, και δεύτερον, ότι μόλις τελειώσει θα του πω πώς νιώθω. Στην άκρη του μυαλού μου ήξερα από πριν την απάντηση, μα αρνιόμουν να την παραδεχτώ. Επικαλούμενη τις πιθανότητες και τα ενδεχόμενα, είχα ακόμη μια ελπίδα ότι η ανάγκη μου να νιώσω λιγότερο μόνη μπορούσε να αποκατασταθεί. Και ήξερα ότι, όποιος και να μοιράζεται μαζί μου ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, μια νύχτα, πολλές ημέρες, η μοναξιά αυτή δεν μπορούσε να σβήσει. Τουλάχιστον μπορούσα να την ξεχνάω, τις στιγμές που είμασταν μαζί με αυτόν τον άνθρωπο. Τις στιγμές που ένιωθα ότι υπήρχε επικοινωνία, που τον άκουγα και με άκουγε και προσπαθούσαμε από κοινού να τις δημιουργήσουμε. Και τις στιγμές που δεν υπήρχε η ανάγκη από αλλαγές λόγω αμηχανίας, τις στιγμές που μπορούσαμε απλώς να υπάρχουμε στον ίδιο χώρο, μαζί και χωριστά, κατά διαστήματα να μοιραζόμαστε τους κόσμους μας, όσο ο καθένας επιτρέπει στον άλλον. Και αυτό μου αρκούσε. Αλλά μου αρκούσε;

Δεν τα κατάφερα να τηρήσω καμία από τις δύο υποσχέσεις μου.

Τουλάχιστον όχι όπως θεωρούσα ταιριαστό.
Γιατί παρ' όλο που γνώριζα από πριν την απάντηση, αφού με καληνύχτισε σπάζοντας όλη την μαγική ατμόσφαιρα που είχαμε δημιουργήσει, εγώ σαν παιδί που του πήραν το γλυκό από τα χέρια, αρνήθηκα να το πιστέψω.
-Έχεις ηχογράφηση αύριο.
-Δεν με νοιάζει.
Το ήξερα ότι το είχε καταλάβει. Είμαι ανοιχτό βιβλίο, δεν προσπάθησα να κρύψω κάτι συγκεκριμένο, οι ενδείξεις μου ήταν σαφείς κατά διαστήματα. Αλλά πίστευα, με σημαία την ελπίδα, ότι γνωρίζοντας όλα αυτά, ήθελε να μοιραστεί έναν από τους κόσμους του μαζί μου, άρα υπήρχε κάποια πιθανότητα να ανταποκριθεί κάποια στιγμή. Η ανάγκη να το λεκτικοποιήσω σε δύο ή περισσότερες λεξούλες που δεν εκδηλώνουν τα πάντα, και είναι πολύ περιοριστικές και κοινές, "μου αρέσεις", "σε αγαπάω", "είμαι ερωτευμένη", υπήρχε από πολύ παλιά. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να παιδεύεται με αντίστοιχους κυκεώνες. Η ανάγκη να πείσω τον εαυτό μου ότι νιώθω άρα υπάρχω άρα έιμαι και ζωντανή. Η ανάγκη για δράμα, ίσως, για εξέλιξη, για αποσαφήνιση που δεν έρχεται ποτέ. Μόνο που δεν έχουν σημασία όλα αυτά. Ήξερα ότι τώρα, αυτήν την στιγμή, δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Αν υπήρχε, θα συνέβαινε φυσικά, όχι βεβιασμένα. Και εγώ, σε μια πράξη βίας, άρθρωσα τις δύο λέξεις. Και κατόπιν τις ακύρωσα. Και γνώριζα από πριν την απάντηση.
-Το γνωρίζω, αλλά προτιμώ να το αφήσω πίσω μου.



***
Ανεβαίνεις τα 20 και 18 σκαλιά, και λίγο πριν το κατώφλι της πόρτας τα φώτα σβήνουν (και γύρω σου απλώνεται ένα απαλό σκοτάδι). Αρνούμενη να αντιταχθείς στον ρυθμό που σου επέβαλε το βάρος στην πλάτη και τα σωθικά σου, στα τυφλά σχεδόν, μα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, γυρνάς το κλειδί και ανοίγεις την πόρτα. Στο μυαλό σου οι βαθιές, ογκώδεις, αρμονικές δυσαρμονίες. Και μετά το χορικό. Οι πρίμες νότες που κάποιος που εμπιστεύεσαι -που κάθε του λέξη είναι θησαυρός, κανόνας, δόγμα- σου είπε ότι συμβολίζουν αγγέλους.

-Τι σημαίνει De Profundis;
-Εκ βαθέων. Από τα βάθη η ψυχή αναρριχάται στους ουρανούς.

 Ακούγεται σαν καλός προορισμός για το άμεσο μέλλον.
 







υ.γ. Δεν είναι σημείωμα αυτοκτονίας, για όνομα! Πώς η φόρτιση και η αϋπνία με κάνει να δραματοποιώ τα πράγματα. Το ξαναδιάβασα και δεν εκδηλώνει την πραγματικότητα, αλλά μια περιορισμένη πλευρά της μόνο. Χαίρομαι που μπορούμε ακόμη να παίρνουμε μαζί πρωινό. Τίποτα δεν άλλαξε εν τέλει. Καληνύχτα μου, παρ' ότι ο ουρανός είναι γαλανός.

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Το τελικό αίτιο

Γιατί σου αρέσουν τα περίεργα ονόματα.
Γιατί σου αρέσει να παίζεις με τις λέξεις.
Γιατί με ακούς όταν μιλάω.
Γιατί δεν κρύβεις την αδεξιότητά σου.
Γιατί δακρύζεις με μικρά πράγματα.
Όπως π.χ. την ύπαρξη κέτσαπ τις Κυριακές στην λέσχη.
Γιατί αμφισβητείς τον τρόπο που όλοι λειτουργούμε.
Γιατί ενθουσιάζεσαι όταν μαθαίνεις κάτι καινούριο.
Γιατί επιμένεις.
Γιατί η παρουσία σου είναι φυσική.
Γιατί η παρουσία μου είναι φυσική.
Για την απίστευτη απλότητα που έχει η ζωή σου.
Γιατί χτες, όταν κοιταχτήκαμε στα μάτια, κατάλαβα.

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

Από ανάγκη;

Μόλις πριν 4:04 λεπτά εξιλεώθηκα από την τεράστια ντροπή που ένιωσα όταν μπέρδεψα τους Ζεπ με τους Σάμπαθ. Τουλάχιστον δεδομένων των συνθηκών.
Ουαν νταουν, κουαητ ε φηου του γκο.

Σαπίστε, κάνει καλό.


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

Τράβα σπίτι σου

Καλά έλεγα, ευτυχώς που δεν με θεωρείς αξιαγάπητη.

Όταν σταματήσω να ετεροπροσδιορίζομαι, τότε θα είμαι άξια να αγαπηθώ.
Έτυχε και το κίνητρό μου και η δύναμή μου να γίνεις εσύ, για αυτούς τους μήνες. Και εγώ το ονόμασα έρωτα.

Τράβηξα σπίτι μου. Αν διαλύσω την μέση μου δεν θα σου ρίξω την ευθύνη.


Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Κάτι μικρό

Τώρα που το έχω φρέσκο σαν συλλογισμό.

Χαίρομαι τόσο πολύ που με φροντίζεις. Νιώθω ότι όταν είμαστε στον ίδιο χώρο τίποτα από αυτά που κάνω δεν πάει χαμένο. Ότι θα ακούσεις αυτό που έχω να πω και θα το κρίνεις αυθόρμητα, θετικά ή αρνητικά, όχι επειδή προέρχεται από εμένα, αλλά καθεαυτό. Ότι στ' αλήθεια θα το ακούσεις και θα του δώσεις χρόνο και προσοχή και φροντίδα.

Με αυτήν την έννοια, χαίρομαι που δεν με θεωρείς αξιαγάπητη.