Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Απορίες

Γιατί σταμάτησα να γράφω;

Γιατί κάποτε είχα την ανάγκη να γράψω. Οι λέξεις φαίνονταν να με υπηρετούν όταν το ήθελα. Πλέον τα πράγματα αλλάζουν. Έχω την εντύπωση ότι έχω λύσει όλα μου τα θέματα, με το σκεπτικό ότι δεν έχω πλέον ανάγκη να τα βγάζω σε χαρτί. Όταν κάνω μία ερώτηση στον εαυτό μου απαντάω με τον πιο δυνάμει απλό τρόπο.
Μόνο που δεν είναι έτσι. Θα μπορούσα να πω ότι έτρεφα την ματαιοδοξία μου θεωρώντας ότι η σκέψη μου και τα αισθήματά μου ήταν κάτι περίπλοκο, κάτι μοναδικό, και ότι τώρα τείνω να αυτοσαρκάζομαι, να ευχαριστιέμαι απλά πράγματα -το ποτό, το σεξ, το φαγητό- και να τσαλακώνω το προσωπείο μου όσο μπορώ. Να μην προσπαθώ να είμαι μια ευθεία γραμμή, να καμπυλώνω και να λυγίζω κάθε σπιθαμή. Αυτό πιστεύω ότι μου συμβαίνει, και νιώθω όμορφα. Αλλά φυσικά όχι πάντα. Στην ουσία σταμάτησα να υπηρετώ τις λέξεις, και την μουσική, και πενθώ που σταμάτησαν να με υπηρετούν αυτές. Και το μόνο που μου έχει μείνει είναι πρακτικές σκέψεις, λογική, συμβιβασμοί, άγχος και επιτρεπόμενες παρεκκλίσεις από "το πρόγραμμα".
Δεν θέλω να είμαι έτσι. Δεν θέλω να πουλήσω το κορμί και την ψυχή μου για να μπορώ μόνο και μόνο να επιβιώσω. Δεν θέλω να μένω σε σχέσεις που δεν με γεμίζουν επειδή δεν (;) υπάρχει κάτι καλύτερο στον ορίζοντα. Δεν θέλω να κατηγορώ την άδική μου μοίρα για κάτι που μπορώ να αλλάξω.
Και φυσικά στον επόμενο τόνο ανοίγω μια καινούρια καρτέλα και απασχολώ τον νεκρωμένο μου εγκέφαλο λίγες ώρες παραπάνω. Και φτάνει η ώρα να φας. Και φτάνει η ώρα να πας στην δουλειά σου. Και φτάνει βράδυ. Και φτάνει η ώρα να κοιμηθείς.
Ο χρόνος είναι αλύπητος. Και η ρημάδα η ενηλικίωση είναι η πιο δύσκολη ψευδαίσθηση.



Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

De Profundis

 Επιστρέφω στην πόλη που με γέννησε κατά τις 6:02, με το τραίνο των 23:55 από την Αθήνα. Η διαφορά βορρά και νότου γίνεται αισθητή, ακόμη κι αν οι αποστάσεις είναι μηδαμινές. Είναι πρωί, κι όμως το σκοτάδι επικρατεί. Αλήθεια, δεν είναι ιδέα μου.
Το γλυκό μούδιασμα ο ύπνος -με διαλείμματα, αλλά ύπνος παρ' όλα αυτά- το προκάλεσε. Το παράξενο σφίξιμο ο ξύπνιος το διαμόρφωσε. Αιτιότητες θα υπάρξουν πάντοτε, μα όσο και να προσπαθώ να βρω λογική, όλο και κάπου θα μπάζει το δοχείο. Αν πάλι επικαλεστώ το παράλογο, οι αιτίες θα πέσουν σαν βροχή. Και ήταν φυσικό, και προβλέψιμο, και αναγκαίο. Έτσι ήρθαν τα πράγματα και θα συνεχίσουν από εκεί που τα άφησα. Το πού θα καταλήξουν, άγνωστο. Και αδιάφορο.
Κατεβαίνω από το τραίνο, ακολουθώ με θολά μάτια την διαδρομή που πλέον γνωρίζω καλά. Στην πλάτη μου έχω βάρος, όπως και στα σωθικά μου. Ο διάδρομος που οδηγεί στην έξοδο του σταθμού είναι λίγο πολύ επίπεδος. Και μετά παίρνω την ανηφόρα ως την στάση του λεωφορείου. Εκ βαθέων, σε πολλά επίπεδα, αν το καλοσκεφτείς. Είναι αυτή η απαισίως αισιόδοξη θεώρηση που κάποιος πίστευε ακράδαντα, όσο κι αν αμφέβαλλες. Μια διαρκής ανηφόρα η ανθρωπότητα, διαρκής επιθυμία για βελτίωση, για εξέλιξη, για πιο πολλά, πιο μεγάλα, πιο εκλεκτά. Τώρα όμως σώπα. Κινδυνεύω να μπερδέψω ένα κουβάρι με το οποίο είχα την ανάγκη να καταπιαστώ αυτές τις στιγμές, που είχα την ανάγκη να το τυλίξω εκ νέου, ή, στην καλύτερη των περιπτώσεων, να πλέξω κάτι. Και να, εκεί που ο ουρανός από μπλε γίνεται κίτρινος, θυμάμαι. "Το παρελθόν είναι και η προηγούμενη στιγμή. Η στιγμή που ένιωθες την ανάσα του στο μέτωπό σου." Σώπα. Και αφέσου.


***
Θυμάμαι το πρωινό στον σταθμό των λεωφορείων. Ήταν νωρίς, με είχε πείσει ότι η καλύτερη περίπτωση ήταν αυτή, και εγώ δεν αμφέβαλλα. Είχα φτάσει νωρίτερα, και για κάποιον λόγο περίμενα το λεωφορείο μου σε λάθος μέρος. Ένα ζευγάρι μεσήλικες και μια συζήτηση που είχαν με οδήγησαν στο σωστό σημείο, όπου η αναταραχή είχε ήδη ξεκινήσει προ πολλού -εν αγνοία μου. Μια σχεδόν ατελείωτη κατάβαση προς τον νότο, η οποία φυσικά και τελείωσε αλλά κατόπιν προσπάθειας ύπνου, προσπάθειας ανάγνωσης, προσπάθειας να καταλάβω, μετά από ένα σημείο, πού στο καλό έπρεπε να κατεβώ, επειδή λίγο ντρεπόμουν να ρωτήσω μήπως και φανεί η αγωνία μου, πολύτιμη αγωνία, σε μάτια αγνώστων. Και θυμάμαι ένα χαρούμενο πρόσωπο.

Ένα πέτρινο σπιτάκι, δύο σκυλιά, μια απίστευτα οικεία και ζεστή κατάσταση που είχα βιώσει ξανά. Όχι έτσι ακριβώς, το ύψος ήταν διαφορετικό, το μέρος ήταν άλλο, τα χρώματα διαφοροποιούνταν. Η θάλασσα ήταν πιο μακριά, το βουνό πιο κοντά. Το άλλο πέτρινο σπιτάκι φιλοξενούσε δύο και όχι έναν. Τα σκυλιά ήταν άσπρα και όχι μαύρα. Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά; Έβλεπα τον ορίζοντα και η όρασή μου άνοιγε. Το μυαλό μου καθάριζε, η ψυχή μου εξαγνιζόταν. Μια εγγενής ηρεμία με κατάκλυζε τις πρώτες στιγμές, μια υπέροχη αίσθηση θέρμης και ενθουσιασμού.

Θυμάμαι το καθημερινό πρόγραμμα. Μελέτη, πρωινό, πρόβα, θάλασσα, φαγητό, ξεκούραση, μελέτη, πρόβα. Και μετά ό,τι προκύψει. Δείπνο, φιλική άτυπη συναυλία, ταινία, έξοδος, περίπατος στο σκοτάδι. Πολλά λόγια. Πολύ γέλιο. Πολλή αγάπη γενικά, ανταλλαγή, πάρε δώσε, και πολύ καλή δουλειά στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Και μετά θυμάμαι τα απρόοπτα, το σώμα μου να μην ανταποκρίνεται, τον άστατο ύπνο. Μα θυμάμαι και την ανατολή.

Αυτή η ανατολή ήταν ιδιαίτερη. Ήταν μια σοβαρή απόφαση που πήρα, να την ξαναδω μετά από αρκετό καιρό, μια που βρέθηκα σε τέτοιο μέρος. Και μια που βρέθηκα ξύπνια μια ώρα που δεν ήταν βολικό. Μα περίμενα. Και το φως δεν με απογοήτευσε. Θυμάμαι τον ουρανό από μαύρος να γίνεται μπλε και μετά κίτρινος. Θυμάμαι τον ήλιο να αρνείται να προβάλλει πίσω απ' τα βουνά, μα να δηλώνει την παρουσία του. Οι καμάρες των λοφίσκων άφηναν σκιές στον ουρανό, παράλληλες σχεδόν μεταξύ τους. Και μετά η μία ακτίνα. Από το σημείο όπου ήλπιζα να εμφανιστεί ο ήλιος ήρθε η έκπληξη, μια μοναδική μα έντονη ακτίνα φωτός που συμπλήρωνε την εικόνα απαράμιλλης ομορφιάς. Και την στιγμή που ο ήλιος εμφανίστηκε να μην μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του, να τυφλώνομαι σχεδόν, μα σαν μαγνητισμένη να μην κουνιέμαι από την θέση μου.

Και μετά η πτώση.


Θυμάμαι τον Μπαχ. Που στο σημείο που γνωρίζω καλύτερα απ' ότι άλλο στον κόσμο, απλώς κατέρρευσε. Δεν εκδηλώθηκε ο θρήνος μου κατευθείαν. Μου είπε πόσο στενοχωρήθηκε, και εγώ είχα ένα ύφος συγκατάβασης για το προσωπικό μου δράμα. Μετά από 24 ώρες θα είχα πενθήσει και θα εκτελούσα το σημείο εκ νέου. Όχι τέλεια μα πειστικά. Και η ντροπή του παρόντος μου με τέτοιο παρελθόν με κάνει και αρρωσταίνω. Και για να μην αρρωστήσω οδηγούμαι στην συγκατάβαση. "Δεν πειράζει, είσαι μικρή ακόμη, υπάρχει μέλλον." Και η σκέψη αυτή με έχει πείσει ως τώρα ότι μπορώ να γίνω κάτι και ότι δεν χρειάζεται να είμαι αυτήν την στιγμή, μα να πράττω. Και πιστεύω από την μία ότι θα φτάσω σε σημείο να μην έχω τέτοια προβλήματα αλλά από την άλλη ότι για να συμβεί αυτό δεν πρέπει να επαναπαυτώ ποτέ, δεν πρέπει να σταματήσω ποτέ. Και η συντήρηση δυνάμεων, η οργάνωση, η ιεράρχηση, αντιτίθεται στην δουλειά, την τριβή, την εμπειρία. Και δεν βρίσκω ισορροπία μεταξύ των δύο -ή παραπάνω από δυο- πλευρών.

Θυμάμαι το λιμάνι. Αποσύρθηκα με την πρόφαση και αιτία τηλεφωνήματος και ίσως από ανάγκη. Ξέρω τι θέλουν οι περιστάσεις να γίνει, και ξέρω τον τρόπο που θέλω εγώ να γίνει. Αλλά εκείνη την ημέρα δεν ήμουν σε θέση να προσφέρω στον εαυτό μου, τον φίλο μου και τους άλλους την ενέργειά μου. Δεν ήμουν παρούσα, δεν χαιρόμουν, δεν ένιωθα. Προσπαθούσα να πιαστώ από στιγμές, από σπαράγματα εκλάμψεων, από σταθερές τεχνικής και μνήμης. Από σκόρπιες αισθήσεις. Σκόρπια βλέμματα, σκόρπιες ανάσες. Δεν ήμουν εκεί, δεν είχα σύμπνοια με τον άνθρωπο που πίστευα ότι συνυπάρχουμε -σε έναν βαθμό. Η ταπεινότητα έγινε ηττοπάθεια, ο έλεγχος έγινε αναλγησία. Και έτσι ο έλεγχος χάθηκε.

Θυμάμαι τις λίγες ώρες μετά. Ο στόχος είχε επιτευχθεί, με επιτυχία, παρ' ότι εγώ δεν το ένιωθα καθόλου, ο κύκλος είχε κλείσει. Ήθελε να φτιάξει ατμόσφαιρα, οπότε μετακινήσαμε ένα τραπέζι κάτω ακριβώς από τα αστέρια. Δύο ποτήρια ουίσκι, μουσική και γλυκιά υπνηλία. Ιδανικές συνθήκες. Πρόποση "στην μουσική μας". Βαρύγδουπος και ποιητικός, όπως μια πλευρά δική μου, η οποία με γοητεύει ενίοτε. Κι άλλη αγάπη, κι άλλη ανταλλαγή, μα και ένας εαυτός που είχε την ανάγκη να σωθεί. Ένα από τα προβλήματα σε αυτήν την κατάσταση, και σε πολλές ακόμη, είναι η αυτολύπησή μου. Δεν τον ένιωθα ποτέ ως ίσο, εν τέλει. Ένιωθα κατώτερη, ένιωθα λιγότερο ικανή. Λιγότερο ταγμένη, λιγότερο συγκεντρωμένη, λιγότερη γενικώς. Και πιστεύω, βλακωδώς φυσικά, ότι "δεν γίνεται να με ερωτευτεί, εάν δεν σταθώ όπως πρέπει". Γι' αυτό και υποσχέθηκα στον εαυτό μου δύο πράγματα. Πρώτον, ότι θα δείξω τον καλύτερό μου εαυτό στην συναυλία, και δεύτερον, ότι μόλις τελειώσει θα του πω πώς νιώθω. Στην άκρη του μυαλού μου ήξερα από πριν την απάντηση, μα αρνιόμουν να την παραδεχτώ. Επικαλούμενη τις πιθανότητες και τα ενδεχόμενα, είχα ακόμη μια ελπίδα ότι η ανάγκη μου να νιώσω λιγότερο μόνη μπορούσε να αποκατασταθεί. Και ήξερα ότι, όποιος και να μοιράζεται μαζί μου ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, μια νύχτα, πολλές ημέρες, η μοναξιά αυτή δεν μπορούσε να σβήσει. Τουλάχιστον μπορούσα να την ξεχνάω, τις στιγμές που είμασταν μαζί με αυτόν τον άνθρωπο. Τις στιγμές που ένιωθα ότι υπήρχε επικοινωνία, που τον άκουγα και με άκουγε και προσπαθούσαμε από κοινού να τις δημιουργήσουμε. Και τις στιγμές που δεν υπήρχε η ανάγκη από αλλαγές λόγω αμηχανίας, τις στιγμές που μπορούσαμε απλώς να υπάρχουμε στον ίδιο χώρο, μαζί και χωριστά, κατά διαστήματα να μοιραζόμαστε τους κόσμους μας, όσο ο καθένας επιτρέπει στον άλλον. Και αυτό μου αρκούσε. Αλλά μου αρκούσε;

Δεν τα κατάφερα να τηρήσω καμία από τις δύο υποσχέσεις μου.

Τουλάχιστον όχι όπως θεωρούσα ταιριαστό.
Γιατί παρ' όλο που γνώριζα από πριν την απάντηση, αφού με καληνύχτισε σπάζοντας όλη την μαγική ατμόσφαιρα που είχαμε δημιουργήσει, εγώ σαν παιδί που του πήραν το γλυκό από τα χέρια, αρνήθηκα να το πιστέψω.
-Έχεις ηχογράφηση αύριο.
-Δεν με νοιάζει.
Το ήξερα ότι το είχε καταλάβει. Είμαι ανοιχτό βιβλίο, δεν προσπάθησα να κρύψω κάτι συγκεκριμένο, οι ενδείξεις μου ήταν σαφείς κατά διαστήματα. Αλλά πίστευα, με σημαία την ελπίδα, ότι γνωρίζοντας όλα αυτά, ήθελε να μοιραστεί έναν από τους κόσμους του μαζί μου, άρα υπήρχε κάποια πιθανότητα να ανταποκριθεί κάποια στιγμή. Η ανάγκη να το λεκτικοποιήσω σε δύο ή περισσότερες λεξούλες που δεν εκδηλώνουν τα πάντα, και είναι πολύ περιοριστικές και κοινές, "μου αρέσεις", "σε αγαπάω", "είμαι ερωτευμένη", υπήρχε από πολύ παλιά. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου να παιδεύεται με αντίστοιχους κυκεώνες. Η ανάγκη να πείσω τον εαυτό μου ότι νιώθω άρα υπάρχω άρα έιμαι και ζωντανή. Η ανάγκη για δράμα, ίσως, για εξέλιξη, για αποσαφήνιση που δεν έρχεται ποτέ. Μόνο που δεν έχουν σημασία όλα αυτά. Ήξερα ότι τώρα, αυτήν την στιγμή, δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Αν υπήρχε, θα συνέβαινε φυσικά, όχι βεβιασμένα. Και εγώ, σε μια πράξη βίας, άρθρωσα τις δύο λέξεις. Και κατόπιν τις ακύρωσα. Και γνώριζα από πριν την απάντηση.
-Το γνωρίζω, αλλά προτιμώ να το αφήσω πίσω μου.



***
Ανεβαίνεις τα 20 και 18 σκαλιά, και λίγο πριν το κατώφλι της πόρτας τα φώτα σβήνουν (και γύρω σου απλώνεται ένα απαλό σκοτάδι). Αρνούμενη να αντιταχθείς στον ρυθμό που σου επέβαλε το βάρος στην πλάτη και τα σωθικά σου, στα τυφλά σχεδόν, μα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια, γυρνάς το κλειδί και ανοίγεις την πόρτα. Στο μυαλό σου οι βαθιές, ογκώδεις, αρμονικές δυσαρμονίες. Και μετά το χορικό. Οι πρίμες νότες που κάποιος που εμπιστεύεσαι -που κάθε του λέξη είναι θησαυρός, κανόνας, δόγμα- σου είπε ότι συμβολίζουν αγγέλους.

-Τι σημαίνει De Profundis;
-Εκ βαθέων. Από τα βάθη η ψυχή αναρριχάται στους ουρανούς.

 Ακούγεται σαν καλός προορισμός για το άμεσο μέλλον.
 







υ.γ. Δεν είναι σημείωμα αυτοκτονίας, για όνομα! Πώς η φόρτιση και η αϋπνία με κάνει να δραματοποιώ τα πράγματα. Το ξαναδιάβασα και δεν εκδηλώνει την πραγματικότητα, αλλά μια περιορισμένη πλευρά της μόνο. Χαίρομαι που μπορούμε ακόμη να παίρνουμε μαζί πρωινό. Τίποτα δεν άλλαξε εν τέλει. Καληνύχτα μου, παρ' ότι ο ουρανός είναι γαλανός.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2015

Από ανάγκη;

Μόλις πριν 4:04 λεπτά εξιλεώθηκα από την τεράστια ντροπή που ένιωσα όταν μπέρδεψα τους Ζεπ με τους Σάμπαθ. Τουλάχιστον δεδομένων των συνθηκών.
Ουαν νταουν, κουαητ ε φηου του γκο.

Σαπίστε, κάνει καλό.


Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Με αφορμή τον Μπετόβεν

Και ποιος να το 'λεγε ότι θα επέστρεφα τόσο σύντομα.

Χαίρετε. Ω μα δεν θα κάτσω πολύ. Δεν υπάρχει αρκετό υλικό άλλωστε.

Ήθελα κάτι να πω τώρα, ότι ο Λούντβιχ βαν δημιουργεί πολλούς συνειρμούς, ότι μετρούσε πολύ, ότι κάτι θα συμβαίνει κάθε φορά που θα υπάρχει στο προσκήνιο.
Από την άλλη υπάρχει τόσο συχνά σε αυτό το περιβάλλον που θα πάψει να έχει σημασία στον επόμενο τόνο. Οι αισθήσεις θα νεκρώσουν, το μυαλό θα πάρει στροφές, το παρελθόν θα σωπάσει, ή μάλλον θα καλυφθεί από τις υπόλοιπες φωνές ώστε να αναδυθεί, αργότερα, σε ένα ακόμη υπόκωφο κρεσέντο.

Συγγνώμη, δεν θα το ξανακάνω, να μιλάω σε μια ξένη για πολλούς γλώσσα είναι άσκοπο και κοινότυπο.

Και έπειτα αναρωτιέμαι αν η ειλικρίνεια που με τόσο πυγμή πρεσβεύω και κάποιος εκτίμησε πάνω μου είναι όντως θετική. Αν είσαι ειλικρινής όταν δείχνεις την νοσηρότητά σου, δεν γίνεσαι νοσηρός και επικίνδυνος για τον άλλο, ή έστω κουραστικός;

Και έπειτα θα σταματήσω να χτυπάω στον εαυτό μου καμπανάκια ότι χρειάζομαι βοήθεια, μόνο και μόνο επειδή συμβαίνει μόνο όταν το σώμα μου δεν είναι καλά.
Και μετά θα είναι καλά, και θα είναι όλα καλά, και θα είμαι και εγώ καλά.

Θεωρώ άχρηστο το ότι έχω ανάγκη από αγκαλιά, από φροντίδα, από στοργή, μόνο και μόνο επειδή δεν πήγα ακόμη στον γιατρό.

Από την άλλη γιατί να μην δώσω χώρο για εκμετάλλευση καταστάσεων, εφόσον θα γίνει συνειδητά;




Πφ καληνύχτα σε όποιον τυχόν το δει, ό,τι ώρα της ημέρας και να είναι. Οι ευχάριστες νύχτες άλλωστε είναι το ζητούμενο. Τις ημέρες μας ξεγελά το φως.












Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Μετρονόμος

Ακούς το ηλίθιο μηχάνημα να χτυπάει μία φορά το λεπτό.

Περίπου, όπως θα ήθελες να ισχύει, λίγο πιο γρήγορα από μία φορά το λεπτό, αλλά η διαφορά των 6 βαθμίδων σου φαίνεται τεράστια (και είναι εφόσον μιλάμε για τριακοστά δεύτερα που είναι δέκατα έκτα και απλώς μεγεθύνεις το δράμα).

Σου φαίνεται απαράδεκτο που πονάς; Κάνεις κάτι λάθος! Δεν εξηγείται αλλιώς.
Και ω ναι, δεν ομιλώ για πόνο ψυχής, πόνο καρδιάς, πόνο υπαρξιακό. Πονάει το χέρι σου. Όταν κάνεις μια κίνηση που θες να λες ότι είναι φυσική. Που και άλλοι λένε ότι είναι τόσο φυσική.
Και που φυσικά κρίνουν εξ ιδίων, όπως ακριβώς κάνεις και συ. Φοβάσαι να δεις τον μεγάλο, γιατί ξέρεις εκ προοιμίου ότι θα νιώσεις μικρή, μικροσκοπική, θα σε πιάσει αίσθημα(τα) ματαιότητας και θα βρίσκεσαι πάλι στο σημείο απ' όπου ξεκίνησες φέτος. Ενώ υπήρχε ελπίδα ανάβασης, και ίσως ακόμη υπάρχει, αυτήν την στιγμή έχουν όλα εξανεμιστεί. Μια βδομάδα νομίζεις δεν ήταν αρκετή;

Και που νιώθεις ότι η σταθερότητα είναι καλή, σαν το ηλίθιο μηχάνημα που χτυπάει μια φορά το λεπτό, αλλά δεν είναι αρκετή. Δεν θα παίξεις με μετρονόμο στην σκηνή. Δεν θα σκέφτεσαι στο μυαλό σου τους χτύπους. Οι χτύποι θα έχουν εντυπωθεί στο σώμα σου, ώστε να μπορείς να τους πλάσεις με τον τρόπο που εσύ επιθυμείς. Λίγο πιο αργά, λίγο πιο γρήγορα, μα πάντα θα επαναφέρεσαι στην σταθερή στιχεία από χρονικές φάσεις. Η οποία θα μεταβάλλεται αναλόγως τις διαθέσεις, την θερμοκρασία, την κατάσταση του σώματός σου. Γιατί περί του σώματός σου πρόκειται.
Και που θες να εξευγενίσεις την λειτουργία του σώματος, να το ελέγξεις, να μπορείς ανά πάσα στιγμή να έρθεις σε καλή κατάσταση, και που αυτό θα έπρεπε να είναι θεμιτό. Μα σε πιάνει αυτή η ανάγκη να γίνεις λίγο ζωάκι, να φας, να γαμήσεις, να κοιμηθείς. Και που είσαι τόσο πεπεισμένη ότι το δεύτερο θα φτιάξει τα πάντα, αλλά επειδή έχεις σοβαρές αμφιβολίες (ή απλώς είσαι σεμνότυφη ή αυστηρή ή και τα τρία) δεν κάνεις τίποτα για να το επιτύχεις.

Προσπαθώ να εκλογικεύσω τα πάντα, ξέρω γιατί πονάει το χέρι μου, ξέρω γιατί έβλεπα Χαουζ και έτρωγα βλακείες και δεν μελέτησα δύο μέρες, ξέρω γιατί προτίμησα να ξενυχτήσω αντί να κοιμηθώ καλά και γιατί χτες πήγα στο σπίτι των φίλων μου για dnd. Αυτό που δεν μπορώ να χωνέψω είναι ότι αύριο δεν γίνεται να ακυρώσω, εφόσον ήδη ακύρωσα αρκετά. Και επίσης επειδή ξέρω ότι όσα περισσότερα ακυρώσω τόσο περισσότερα θα ακυρώνω. Επομένως φαύλος κύκλος μέχρι την επόμενη εξέταση. Και δεν με βοηθάει καθόλου το σώμα μου, έστω να μπαλώσω τις μεγάλες τρύπες. Σαν εκείνη η χειρόγραφη παρτιτούρα να μου προκαλεί κατευθείαν πονοκέφαλο, σε εκείνο το σημείο μεταξύ της τέταρτης και της πέμπτης σελίδας.

Και γυρνώντας στους χτύπους, που για κάποιον λόγο αφήνεις να ακούγονται ακόμη, μια φορά το λεπτό, σταθερά και ακούραστα
(επειδηβαριεσαινασηκωθειςναπατησειςτοκουμπιεπειδηκρυωνειςκαιθεςναμεινειςστηνθεσησουεπειδηθεςναφτιαξειςσυμβολισμοεκειπουδενυπαρχειεπειδη)
ίσως η σταθερότητα που είχες αποκτήσει ως τώρα γινόταν πράγματι μηχανικά. Ίσως να πέτυχες κάποια πράγματα, να έφτασες σε σημείο που να μπορείς να είσαι ελεύθερη μέσω της μελέτης και της μελέτης που θα σου φτιάξει τον ήχο μαζί χεράκι με το καλό σου μυαλουδάκι. Αλλά ίσως πάλι να μην βρίσκεται σε σημείο που να μπορείς να παίζεις την ίδια φράση όλο το βράδυ, όπως, τόσο κοκορεύεται κάποιος ότι, έκανε ο Ρίχτερ.


Και πίνω νερό και σκέφτομαι σοβαρά να μαγειρέψω για να φάω μεσημεριανό αλλά δεν προλαβαίνω, ή ίσως να πάρω κάτι απ' έξω αλλά δεν έχω χρήματα για ξόδεμα. Και όλα αυτά είναι εντάξει, απλώς θα πεινάσω μέχρι το βράδυ, το έχω ξανακάνει, αλλά αυτήν την στιγμή φαίνεται τόσο τρομακτικό.

Μπλαμπλα, κυκλική δομή, μπλαμπλα αναφορά στο ηλίθιο μηχάνημα (που χτυπάει μία φορά το λεπτό, το μάθατε;) μπλαμπλα βαρύγδουπο τελείωμα.

Πάω στην χορωδία να δω χαρούμενες φάτσες και να γκρινιάξω σε αυτές. Αυτιά.

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Ρε!

Προς τι τόση άγρια χαρά; Προς τι τόσος ενθουσιασμός και τόση σαφήνεια στα πάντα;

Αυτό που χρειάστηκα ήταν ένα όνομα. Και μια ακόμη φωτογραφία.

Για δύο (2) χρόνια περίπου ήμουν με τον καλό μου.
Του άρεζε λέει που ήμουν και γω μουσικός, που επικοινωνούσαμε. Όταν παίξαμε μαζί μια φορά δήλωσε ότι "σαν να με ερωτεύτηκε φτου κι απ' την αρχή".
Τον Ιούλιο δεν μπορούσαμε να παίξουμε μουσική μαζί. Εγώ δεν μπορούσα.
Λίγους (λίγους) μήνες μετά έφυγα να σπουδάσω. Κάθε είκοσι (20) μέρες ήμουν εκεί, αυτός ήρθε δύο φορές, όλα καλά.
Αυτός έγραφε μουσική, έκανε πρόβες με μια κοπέλα που έπαιζε ντραμς, εγώ μηδέν ζήλεια και ρεαλισμός, όλοι μας θέλουμε να μας καλύπτεται αυτή η ανάγκη. Αλήθεια λέω. 

Πριν επτά (7) μήνες δεν ήμουν καλά. Σύγχυση και ρηχότητα, στέρευε η πηγή της ενέργειάς μου. Την αποζήτησα αλλού, όχι εκεί που ήμουν, εκεί, σε αυτόν (σπόιλερ αλέρτ: δεν έπιασε).
Δεν μπορούσα να παίξω μουσική. Και δεν μπορούσα να παίξω μουσική μαζί του.
Πριν έξι (6) μήνες με χώρισε ο καλός μου, λέγοντας ότι δεν είναι πια ερωτευμένος.
Αλλά λέει με αγαπούσε. Λέει δεν υπήρχε άλλη. Λέει ότι θα προτιμούσε να υπήρχε άλλη για να είναι πιο ξεκάθαρα τα πράγματα, για να θυμώσω λέει, για να μου είναι πιο εύκολο λεέι.

Δυο (2) μήνες μετά δηλώνει ότι βρήκε γκόμενα.
Ναι, και πότε πρόλαβε.
Τον ρώτησα αν είναι καλή. Μου λέει ότι όλες καλές είμαστε. Ότι του αρέσει το γυναικείο φύλο και το αντιμετωπίζει με μια θρησκευτικότητα. Πίπες.

Έναν (1) μήνα πριν είδα δύο (2) φωτογραφίες. Μια κοπέλα που τον κοιτούσε καθισμένη δίπλα του σε ένα αυτοκίνητο. Και την ίδια κοπέλα να του πιάνει το γόνατο. Έστω, και μένα με πήγε στο πατρικό του στο δίμηνο, δεν ήμουν τίποτα σπουδαίο, έτσι κάνει με όλες, κλάματα, δράματα, όλα οκ.

Και σήμερα, ώρα 12:17 περίπου το βράδυ, είδα τις ίδιες φωτογραφίες, μόνο που αποκαλύφθηκε το όνομα της κοπέλας που ψοφούσα να μάθω ποιο ήταν.

Και αυτό βασικά, χρειάστηκα ένα όνομα. Και μια ακόμη φωτογραφία.
Την λένε Αναστασία λοιπόν, και παίζει ντραμς.
Και ούτε που πήγε το μυαλό μου.

Τώρα νιώθω πολύ καλύτερα. Όλα είναι τόσο απλά: είχε κάποια ανάγκη, εγώ έλειπα, και εκτός αυτού δεν μπορούσα να καλύψω αυτήν την ανάγκη. Βρήκε κάποια με την οποία χτίστηκε η σχέση, άσχετα αν πήρε ερωτική τροπή όσο είμασταν μαζί ή όχι, και τα υπόλοιπα δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Βρήκε κάποια που να νιώθει ίση του και παράληλα να τον πηδάει κιόλας. Καθαρή δράση-αντίδραση.
Και γω επιτέλους είμαι ελεύθερη. Χωρίς ασάφεια, χωρίς ελπίδα, χωρίς αβεβαιότητα. Δεν υπάρχει πια το "γιατί", δεν υπάρχει πια το "μα κρίμα ήταν".


Μωρέ ήμουν τόσο χαρούμενη με το που γύρισα στην Θεσσαλονίκη, και τώρα πραγματικά μου έφτιαξε το κέφι. Μπορώ να γιορτάζω Πρωτοχρονιά τον Σεπτέμβρη;

Θα ακούσετε νεώτερά μου όταν νιώσω ότι σταθεροποιήθηκε κάτι μέσα μου. Σήμερα γιορτάζω.



Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

"Δεν το έχω με τους τίτλους."

Κωλύομαι.

Έτσι είναι οι πρωτόγνωρες εμπειρίες, υποθέτω; Το πρόβλημά μου και οι αμφιβολίες μου προέρχονταν μόνο από αυτό το γεγονός. Ήταν η πρώτη φορά. Και αναρωτιόμουν, διαρκώς, αν όλο αυτό ήταν αληθινό επειδή ήταν αληθινό ή επειδή είμαι δεκαεννιά. Διαφορά δεν υπάρχει εν τέλει. Είτε είχαν προηγηθεί άλλα, είτε τελείωνε αργότερα, άραγε θα πονούσε λιγότερο;
Σου ζητώ κάτι που δεν μπορείς να μου δώσεις. Θα το αντέξω λοιπόν.

Γαμώτο. Δεν περιγράφω άλλο. Μπορώ χωρίς εσένα, δεν θέλω χωρίς εσένα.



"Loving someone else? I do not know how."


http://www.youtube.com/watch?v=gX1NXAQk8Hg

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

"Μπορώ να είμαι εκεί;"

Όχι. Όχι άλλη εφηβική ανασφάλεια. Δεν χωράω άλλη.


---------------------------------------------------------

Σσσσσς... Είσαι απλά κουρασμένη... Ησύχασε. Σώπα. Άσε το μυαλό σου να σε ταξιδέψει, έστω κι αν η πραγματικότητα αργήσει λίγο. Μόνο λίγο.






"Μπορείς."

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Έξοδος

Άλλη μια νύχτα. Καθόμασταν και πατούσαμε πλήκτρα ενώ τα χρώματα και τα σχήματα εναλλάσσονταν στην οθόνη μπροστά μας. Περνούσαν τα λεπτά. Μετά σταματήσαμε. Έπρεπε να γίνει, είπαμε. Πράγματι. Έπρεπε. Σηκωθήκαμε, πήρε ο καθένας την σειρά του. Μετά κοιμηθήκαμε. Όχι αμέσως. Μετά ξυπνήσαμε, θόρυβος απ' έξω. Οι συνθήκες, βλέπεις, επέσπευσαν κάτι που ούτως ή άλλως θα συνέβαινε. Καφές, τσιγάρο, για τον έναν απ' τους δύο τουλάχιστον, λέξεις που φαίνονται ελαφρές μα μετράνε. Μετά φύγαμε. Ήθελε να με συνοδέψει, είπε. Οι λέξεις που πλέον αβίαστα βγαίνουν απ' το στόμα μου, δεν μας άφησαν μόνους. Οι γνωστοί δρόμοι που κι όμως είναι παντελώς καινούριοι. Χειμώνιασε, βλέπεις. Κάποια πράγματα θα είναι κάθε φορά ιδιαίτερα, όσο κι αν φαίνονται γνωστά ή ίδια ή κοινά. Ή ανόητα. Κατεβαίναμε τον ίδιο δρόμο, στρίβαμε στα συνηθισμένα στενά. Ο σταθμός. Τους μισώ τους σταθμούς. Και τους αγαπώ. Και τους μισώ. Δεν είναι ότι απλά ενώνουν και χωρίζουν ανθρώπους, είναι ότι τους χωρίζουν, για να τους ενώσουν πάλι. Και αυτή η ακολουθία δεν αντιστρέφεται. Νομίζω. Ελπίζω. Μια στάση. Αρκετά μακράς διάρκειας. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Άνθρωποι στέκονται για να ξαναφύγουν. Άνθρωποι κοιτούν παραξενεμένοι ή πικραμένοι ή χαμογελαστοί. Εμείς, εκεί, σε ένα πεδίο που ίσως κατάφερε να χωρέσει παραπάνω από έναν. Νομίζω. Ελπίζω. Το μυαλό παύει να λειτουργεί. Οι λέξεις πηγάζουν από αλλού. Από κάπου, αλλού. Οι κινήσεις δένουν μεταξύ τους, τα σώματα δίνουν το ένα στο άλλο και παίρνουν το ένα απ' το άλλο. Ο χρόνος αλλάζει ροή, και δεν αλλάζει. Μια μηχανική σκάλα εξακολουθεί την ατέρμονη (τάχα) κίνησή της, ανεξάρτητα απ' το τί συμβαίνει πέντε ή έξι μέτρα πιο πέρα. Οι άνθρωποι συνεχίζουν την πορεία τους, είτε σταματήσουν είτε όχι. Και η δική μου σειρά δεν άργησε. Εντάξει άργησε, λίγο. Λίγο. Κάλυψα αυτήν την απόσταση των πέντε ή έξι μέτρων. Μόλις συνειδητοποίησα ότι ίσως και να ήταν χαμένος σε κάποια σκέψη ή σε κάποιο βλέμμα και πήγε να σκοντάψει. Συναντήθηκαν και πάλι, και αυτό ήταν που είχε σημασία. Συνέχισα την πορεία μου, χωρίς να κουνιέμαι απ' την θέση μου. Όσο κατέβαινα χαμογελούσα. Δικαιολογίες. Κοίταξα πίσω μου. Έβλεπα τον ουρανό, έναν φωτεινό γκρίζο ουρανό. Η κατεύθυνση του φωτός την σκίαζε ελαφρά, μα η αναγραφή στην ταμπέλα ήταν ξεκάθαρη. "Έξοδος"
Οξύμωρο. Να βγεις από πού; Προϋποτίθεται ότι θα ήσουν μέσα; Και τί ήταν αυτό που ήθελε να σε κάνει να βγεις έξω, να περάσεις την Έξοδο; Το μόνο που ξέρεις είναι ότι, προς στιγμήν, ήθελες να βγεις έξω. Ήθελες να περπατήσεις αντίθετα απ' το μηχανικό ρεύμα που σε ωθούσε προς τα κάτω. Μέσα. Ήθελες να βγεις έξω, να ξεφύγεις απ' το Μέσα που προέκυψε αναγκαία. Που αναγραφόταν σε ένα παραλληλόγραμμο χαρτάκι με αριθμούς και γράμματα, που έλεγε ότι στις δώδεκα και δεκαοχτώ.
Τί ειρωνεία. Εγώ ήμουν που υπέγραψα αυτήν την συνθήκη. Και πολλές ακόμα. Τί παράξενο οι άνθρωποι να θέλουμε περισσότερα από ένα πράγματα.





"Ήρθε ο χειμώνας, και ήρθες κι εσύ! You bring the rain"



Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Σάυ γουατ;

Μα τί άρχισε και τί τελείωσε; Σε καλό σας... Πάω για αγκαλιές.




Ρε πάλι βαριά το πήρες. Αη 'λλ μπι μπακ σουν. :)



We will always be so much more human than we wish to be.

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Ο Κλέφτης.

Και κάπως έτσι αρχίζει.

Χαίρετε! Ω μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να μείνω εδώ για πολύ ακόμα. Βλέπετε, δύσκολα θα επέβαλλα την παρουσία μου, όταν αυτή είναι ανεπιθύμητη. Είμαι κακός άνθρωπος, το ξέρω. Και αν όχι κακός, είμαι δύσκολος. Εύκολος στην συμβίωση, δύσκολος στην κατανόηση. Γιατί θα σε αφήσω στην ησυχία σου. Ω ναι, είσαι ελεύθερος να σκεφτείς και να πεις ό,τι μαλακία σου κατέβει, όσο ηλίθια ή σπουδαία κι αν θεωρείς ότι είναι. Εγώ θα κουνήσω το κεφάλι μου. Θα αποδεχτώ ότι ναι, μπορεί να είναι κομμάτι του πρίσματος που λέμε Αλήθεια... Μπορεί να σχηματιστεί ένα αινιγματικό, για αυτούς που θα δουν από πίσω του, μειδίαμα. Άλλοι βέβαια θα το εκλάβουν σαν σημάδι αποδοχής. Και θα συνεχίσουν. Αυτό το τροπάριο βέβαια κουράζει, απομακρύνει. Μα ναι, έτσι είναι. Τώρα δεν παραπονιέμαι, αποδέχομαι. Ότε και αν νιώσω ανεπιθύμητη, φεύγω. Το σκάω. Γιατι είμαι κακός άνθρωπος. Είμαι κλέφτης!
-Και τί κλέβεις;
-Στιγμές
Ένα κρύο αστείο. Μια χοντράδα. Ένα γέλιο που το μοιράζονται λίγοι. Μια μικρότητα. Ένα άγγιγμα, ένα χάδι, ένα φιλί. Ένα ακόμα φιλί. Έναν ψίθυρο. Μια υπόσχεση. Κλέβω μουσική. Κλέβω, κλέβω όποτε βρίσκω την ευκαιρία. Ρουφάω τις στιγμές. Και μετά τις φτύνω, τις φτύνω στο δάπεδο του λογισμού μου. Και τις πουλάω, πολύ ακριβά... Αυτό που παίρνω ως αντάλλαγμα, ανεκτίμητο. Μια υγράδα στον κερατοειδή. Ένα τρέμουλο. Ένα τρέμουλο. Ζεστασιά, τρυφερότητα, λαγνεία. Δυσανασχέτηση Παράπονο Αγανάκτιση Απαξίωση Και δεν μου φτάνουν. Ποτέ δεν φτάνουν. Δεν φτάνουν. Ποτέ δεν μου φτάνουν. Θέλω κι άλλο. Κι άλλο θέλω. Γιατί ποτέ δεν μου φτάνουν. Και συνεχίζω να κλέβω. Να κλέβω, όχι να δημιουργώ. Oh well... Αφού ούτως ή άλλως δεν έχω τον χρόνο. Βαριέμαι. Νυστάζω. Συνέχεια νυστάζω. Νάρκη, λήθη, ανεμελιά. Και μετά να κλέβω από τον άλλον. Από εσένα, από εμένα. Από πριν, από τώρα, από μετά. Χρόνος; Τικ τακ τικ τακ. Τί είναι πια μια άνοιξη ακόμα; Θα φύγει κι αυτή, "του χρόνου τέτοια μέρα...". Ναι. Και τί πειράζει; Δεν πειράζει. Όλο και κάτι θα ξεκλέψω και τότε, ένα ακόμη φιλί, ένα ακόμη άγγιγμα
Μπορεί να μην ελέγχω τον χρόνο. Αδυναμία μιας ζωής. Πάντα όμως θα μπορώ... να τον κλέψω. Έστω λίγο. Ή πιο πολύ. Ή και λίγο.





Πάντα αναρωτιόμουν γιατί λέμε "κλέφτη" το συγκεκριμένο. Τώρα το βρήκα μέσα μου και αυτό...
Καληνύχτα!




υ.γ. 1 Δεν μπορώ χωρίς υστερόγραφο!
υ.γ. 2 Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ τόσο πολύ Μ.Κ. για το κομμάτι. Ακούστε το. Όλοι. Αλλιώς θα θυμώσω!
υ.γ. 3 Είδες Ίσιλ που έγινε αισθητό το αίτημά σου; Ρε δίνω πανελλήνιες -φτηνή δικαιολογία- αλλά δεν έχω και όρεξη. Κάτι λίγο λοιπόν, στο πνεύμα το παλιό -και καλό(;)- και σίγουρα γνώριμο. Μπορώ να περιμένω κι άλλο μέχρι να με βαρεθείτε. :)

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Περιττό.

Δεν μπορώ απλά να δεχτώ ότι δεν έχω μεγαλώσει ακόμα;
Καλησπέρα.





υ.γ. Θα είναι αγένεια να μην το κάνω... Σε ευχαριστώ, άγνωστε συγγραφέα. Με έκανες να κοκκινήσω, αν και λόγω περηφάνειας δεν θα στο πω ποτέ.

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Υπόσχομαι.



Θα το τηρήσω. Όσο δύσκολο κι αν μου φαίνεται. Τουλάχιστον κανείς δεν θα μπορεί να πει ότι δεν προσπάθησα. 
Έχω έναν στόχο. Μα δεν θα τον κοιτάζω από μακριά. Ούτε θα μετανιώνω για πράγματα που έτυχε να μην γίνουν όπως "θα έπρεπε". Απλά...θα προχωράω. Συγκεντρωμένα. Κι όπου βγει.




 
Α... Και θέλω να φύγεις.
(Παρ' όλο που με κάνεις χαρούμενη...)

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Αφιερώσεις!

Θα ήθελα να αφιερώσω κάποια τραγουδάκια σε αυτούς που με διαβάζουν, τώρα που είναι ακόμα λίγοι και προλαβαίνω!!!

Στην Poisonous:
 

Hope you like it!

Στην Dreamgirl:
 

Από ένα anime που βλέπω... ^_^

Στον Λευτέρη:
 

Όταν λέω ότι λατρεύω αυτό το κομμάτι, το λατρεύω! Είδα Χατζηδάκη κάπου στο φατσοβιβλίο και το συνέδεσα. χεχε. :Ρ

Στην Creep:


Δυστυχώς δεν βρήκα βίντεο με τους στίχους και δεν αξίζει χωρίς αυτούς. Βασικά, παρλάτα είναι... Σημείωση: μπορεί να μην αναφέρεται στον τρόπο ζωής του καθενός, αλλά άκουσέ το ΟΛΟ. Ξέρω τι λέω!

Στον Merlin:
 

Nομίζω ότι σου πηγαίνει!

Στην katerinaki:


:)

Στην Gianna D.:


Το άκουσα πρόσφατα... Ελπίζω να σου αρέσει! 


Στην Anlin the Sunray:


Ας έρθει και η δική σου ανατολή, μικρή ηλιαχτίδα!

Στον (άφαντο) Σίμο:
Πολύ αγαπημένο... Μα πολύ!

Και τέλος, στην Σελήνη (που παρ' επιπτώντος δεν έχω καταλάβει ακόμα ποια είναι!):

  




Καλησπέρα σε όλους! 

Σάββατο 7 Αυγούστου 2010

Why dreaming on?

Δεν θα πω τίποτα σήμερα... Απλά θα μοιραστώ ένα τραγούδι που ίσως να έρχεται σε αντίθεση με τα αισθήματά μου... Αλλά μου αρέσει πολύ.
Ίσως μια ερώτηση: πώς γίνεται την περίοδο που αποφάσισα να σταματήσω να τον σκέφτομαι, να τον βλέπω κάθε μέρα στον ύπνο μου;

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Keep going!

Δεν μου ανήκει.. Είναι το τρίτο μέρος του έργου "Sinfonia" του Luciano Berio. Παρ' όλα αυτά, ακούστε το...
Δυστυχώς το βίντεο είναι σε δύο μέρη.

Part 1

Part 2


Nicht eilen, bitte — Les jeux de vagues – recht gemae… — Quatrieme/deuxieme symphonie – gemae… — Deuxieme/premiere/quatrieme/troiseme partie — In ruhig fliessender bewegung — sehr gemaechlich nicht eilen — where now? And now? (keep going)— peripetie — peripetie, where? — And now? — nothing more restful than chamber music (who now?) — than flute (when now?) – than two flutes


You are nothing more than an academic exercise
no time for chamber music
we want that
For though the silence here is almost unbroken it is not completely so
It seems there are only repeated sounds
What?
we need to do something
who?
I prefer a wake
Why?
Something is going to happen.
He emerges as from heavy hangings. Hardly a resurrection
I am not deaf, of that I am convinced, that is to say half-convinced
With not even a small mountain on the horizon, a man would wonder where his kingdom ended
Keep going
Where now?
So after a period of immaculate silence there seemed to be a violin concerto being played in the other room, in 3/4
Two violin concertos.
In 3/8
Where?
Keep going
What?
a poem
Keep going

A danced poem, all round, an endless chain, taking turns to talk. (Keep going)

This represents at least a thousand words (three thousand notes) I was not counting on… I may well be glad of them. (Keep going) But seeing Daphne et Chloé written in red, counting the seconds while nothing has happened but the obsession with (go on) — with the chromatic – and the chromatic again (where now?). I am in the air, the walls, everything yields, opens, ebbs, flows like the play of waves (Keep going). Yes, I feel the moment has come for us to look back, if we can and take our bearings if we are to go on. I feel the moment has come for me to look back. I must not forget this, I have not forgotten it. But I must have said this before, since I say it now. They think I am alive, not in a womb, either… Well, so there is an audience it’s a fantastic public performance — and the curtain comes down for the ninth time. You never noticed you were waiting. You were waiting alone, that is the show. Keep going.

I shall say my old lesson now, if I can remember it – then I shall have lived — they think I am alive, not in a womb, either, even that takes time.

Keep going! It is as if we were rooted, that’s bonds if you like – the earth would have to quake, it isn’t earth, one doesn’t know what it is (But you all know that they will bring me to the surface one day or another and there will be a brief dialogue in the dunes) maybe a kind of competition on the stage, with just eight female dancers and words falling. You don’t know where, where now (under the sun) who now? But now I shall say my old lessons if I can remember it. I must not forget this, I have not forgotten it. But I must have said this before, since I say it now.

I am listening. Well, I prefer that, I must say I prefer that– that what– oh you know, (who you) oh you, oh I suppose the audience, well well, so there is an audience, it’s a public show, you buy your seat and you wait, perhaps it’s free, a free show, you take your seat and you wait for it to begin, or perhaps it’s compulsory, a compulsory show —

— you wait for the compulsory show to begin, it takes time, you hear a voice, perhaps it is a recitation, that is the show, someone reciting selected passages, old favourites, or someone improvising, you can barely hear him, that’s the show, you can’t leave, you’re afraid to leave, you make the best of it, you try and be reasonable, you came too early, here we’d need latin, it’s only the beginning, it hasn’t begun, he’ll appear any moment, he’ll begin any moment. (He is only preluding, clearing his throat, alone in his dressing room, or it’s the stage-manager giving his instructions, his last recommendations, before the curtain rises.) (That is the show.) That’s the show waiting for the show, to the sound of a murmur, you try to be reasonable, perhaps it is not a voice at all, perhaps it’s the air, ascending, descending, flowing, eddying, seeking exit, finding none, and the spectators, where are they, you didn’t notice, in the anguish of waiting, never noticed that you were waiting alone, that is the show, for the fools, in the palace, waiting, (the brightest star) waiting alone… that is the show (that is the show) — waiting alone, in the restless air, for it to begin, while every now and then a familiar passacaglia (etwas zurueckhaltend) (not really) filters through the other noises, waiting, for something to begin, for there to be something else but you, for the power to rise, the courage to leave, picking your way through the crossed colors, seeking the cause, losing it again, seeking no longer. We shall overcome the incessant noise, for as Henri says, if this noise would stop there’d be nothing more to say. You try and be reasonable, perhaps you are blind, probably deaf, the show is over, all is over, but where then is the hand, the helping hand, or merely charitable, or the hired hand, it’s a long time coming, to take yours and draw you away, that is the show, free, gratis and for nothing, waiting alone, blind, deaf, you don’t know where, you don’t know for what, for a hand to come and draw you away, somewhere else, where perhaps it’s worse. (It’s a real pleasure, upon my word it is, to be unable to drown under such conditions in a lake full of colors far from my walls.) Where now? Who now? Keep going. When now? Now.

Just a small murder. Keep going. (Hardly worth it, yet, what can you expect.) They don’t know who they are either — Did you hear — Keep going — Did you hear? Stop – Stop — do you hear — Keep going — Hoeren Sie? Dort! Heavens! There was a sound! Yes, there! (Ja, dort!) Jesus! Das war ein Ton!

I am here so little, I see it, I feel it round me it enfolds me, it covers me, if only this voice would stop, for a second, it would seem long to me, a second of silence. I would listen, I’d know if it was going to start again (going to start again, or if it was stilled forever, what would I know it with, I’d know. And I’d keep on listening) – it’s late now, and he is still talking incessantly, any old thing, repetition after repetition, talking unceasingly, in yourself, outside yourself — it’s late now, he shall never hear again the lowing cattle, the rush of the stream. In a chamber, dimensions unknown, I do not move and never shall again on long road or short. But the fact is I trouble no one. But I did. And after each group disintegration, the name of Majakowsky hangs in the clean air.

And when they ask (la mer, la mer, toujours recommencée), why all this, it is not easy to find an answer. For when we find ourselves, face to face, now, here, and they remind us that all this can’t stop the wars, can’t make the old younger or lower the price of bread – say it again, louder! – it can’t stop the wars, can’t make the old younger or lower the price of bread, can’t erase solitude or dull the tread outside the door, we can only nod, yes, it’s true, but no need to remind, to point, for all is with us, always, except, perhaps at certain moments, here among these rows of balconies, in a crowd or out of it, perhaps waiting to enter, watching. And tomorrow we’ll read that made tulips grow in my garden and altered the flow of the ocean currents. We must believe it’s true. There must be something else. Otherwise it would be quite hopeless. But it is quite hopeless. Unquestioning. But it can’t go on. It, say it, not knowing what. It’s getting late. Where now? When now? I have a present for you. Keep going, page after page. Keep going, going on, call that going, call that on. But wait. He is barely moving, now, almost still. Should I make my introductions?

But now it’s done, it’s over, we’ve had our chance. There was even, for a second, hope of resurrection, or almost. Mein junges Leben hat ein End. We must collect our thoughts, for the unexpected is always upon us, in our rooms, in the street, at the door, on a stage.