Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Κρίνοντας χαρακτήρες...

Αλλάζουν οι άνθρωποι;

Εγώ λέω όχι. Τουλάχιστον όχι ριζικά. Μα εξελίσσονται... Κάποιες ιδέες και αντιλήψεις τους μπορεί να διαφοροποιηθούν, κάποια συνταρακτικά και μη γεγονότα να τους εμπνεύσουν, μα ο τρόπος που αντιλαμβάνονται και αντιδρούν στα ερεθίσματα παραμένει ο ίδιος.
Παρ' όλα αυτά, με αυτόν τον τρόπο, και γιατί κανείς δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει συνεχόμενα κάθε μικρή αλλαγή στους γύρω του, ακόμα και στους πολύ κοντινούς του, μάς δημιουργείται η ψευδαίσθηση της αλλαγής.
Και το αστείο είναι όταν θεωρούμε πως γνωρίζουμε έναν άνθρωπο...
Μπορεί δικαιολογημένα. Να τον ξέρουμε, ας πούμε, από παιδιά, να κάνουμε συνεχή παρέα, να μιλάμε, να ζούμε εμπειρίες μαζί.
Κατά κανόνα, δημιουργούμε μια εικόνα του στο μυαλό μας η οποία δύσκολα μεταβάλλεται. Αυτό συνεπάγεται με το να έχουμε συγκεκριμένες προσδοκίες από το άτομο αυτό, να προβλέπουμε συγκεκριμένες αντιδράσεις και να απαιτούμε συγκεκριμένη μεταχείριση. Κοινώς, τον θεωρούμε δεδομένο, είτε με την θετική είτε με την αρνητική έννοια.

Ξαφνικά, λοιπόν, αυτός αλλάζει.
Κι αν δεν αλλάζει, έχει εμπλουτιστεί το είναι του χωρίς εμείς να το πάρουμε είδηση και ως αλλαγή (συνήθως για μας ξαφνική) λαμβάνεται μια πράξη ή συμπεριφορά η οποία αντιπροσωπεύει κάτι διαφορετικό από αυτό που είχαμε εξ' αρχής δημιουργήσει στο μυαλό μας... Κάτι που εμείς θεωρούμε λάθος ή που απλά δεν θα περιμέναμε να δούμε από το συγκεκριμένο άτομο. Για να είμασταν τόσον καιρό μαζί του θα τον θεωρούσαμε ξεχωριστό, διαφορετικό από όλους τους υπόλοιπους της "κατηγορίας του" (όσον αφορά το φύλο, την ηλικία, την φάση κτλ.) και μας απογοήτευσε κυριολεκτικά το γεγονός ότι κατέληξε να γίνει κάτι το οποίο δεν θα περιμέναμε από αυτόν να γίνει.

Βλέπουμε λοιπόν να έρχονται άλλοι άνθρωποι στην ζωή του. Όχι απαραίτητα να μας αντικαθιστούν ως προς τον ρόλο μας, απλά να τον γνωρίζουν και να είναι σε θέση να τον κρίνουν. Λένε ότι είναι μια χαρά άνθρωπος, ότι είναι όντως ξεχωριστός, ότι η συμπεριφορά του είναι από φυσική έως εξαιρετική.

Και ερωτώ: πιο κοντά στην αλήθεια θα είναι η κρίση αυτού που γνώριζε εξ' αρχής το άτομο, πριν την υποτιθέμενη "αλλαγή" του ή αυτός που τον γνώρισε σχετικά πρόσφατα, χωρίς να λάβει υπ' όψιν κάποια αξιοσημείωτη αλλαγή;
"Τον ξέρω. Έτσι ήταν πάντα." Πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι μια τέτοια φράση;
Εφόσον βλέπουμε εμάς να δρούμε ανεξήγητα και να γινόμαστε εκτός εαυτού δεν νομίζω να αποκλείεται αυτό να συμβαίνει και με τους υπόλοιπους. Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με τις αλλαγές απόψεων, τους επαναπροσδιορισμούς των "θέλω" μας και τις επαναξιολογήσεις ανθρώπων και καταστάσεων.

Αλλάζουν οι άνθρωποι; Ή απλώς δεν τους παρατηρούμε; Μπορεί να αδυνατούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Πράγματι, γίνεται να μην σου ξεφύγει τίποτα από έναν άνθρωπο; Θεωρητικά, όχι... Κι εδώ, ανοίγοντας το θέμα ακόμα πιο πολύ, θα μπορούσα να πω πως όντως ισχύει η άποψη ότι κάθε άνθρωπος μοναχός του πορεύεται... Αφού δεν θα μάθει ποτέ -ποτέ- τι πραγματικά σκέφτεται οποιοσδήποτε άλλος. Αφού δεν μπορεί να διαβάσει την σκέψη (πόσες φορές έχουμε δει την επιθυμία αυτή του ανθρώπου να πραγματοποιείται σε ιστορίες φαντασίας;), αφού δεν θα μπορέσει να νιώσει αυτό που ένιωσε κάποιος άλλος παρά μόνο μερικά. Κι εδώ ήρθε η ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί, είτε με τον λόγο, είτε με την αναπαράσταση ή παραγωγή εικόνων, είτε με την σύνθεση μουσικής, είτε με τον συνδυασμό αυτών. Γιατί στην ουσία, αυτό που επιθυμεί είναι να περάσει αυτό που νιώθει και σε άλλα άτομα, στον βαθμό που μπορεί να το κάνει.

Δεν λέω ότι οι μακροχρόνιες και βαθιές σχέσεις είναι ανούσιες. Αντιθέτως, θεωρώ αξιοθαύμαστη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα την διαδικασία να προσπαθείς να διαβάσεις τις αντιδράσεις ενός ανθρώπου, να δένεσαι μαζί του, να νομίζετε πως με τον καιρό αλληλοεπηρεάζεστε και τείνετε να επικοινωνείτε, να "μιλάτε την ίδια γλώσσα". Απλώς, όπως φάνηκε και στο παραπάνω παράδειγμά μου, είναι ρίσκο να δοθείς. Και ο κίνδυνος της προδοσίας είναι μηδαμινός σε σχέση με αυτόν της προσωπικής απογοήτευσης. Γιατί αν σε πληγώνει ένας άνθρωπος τον οποίον δεν ξέρεις και δεν θα μάθεις ποτέ, δεν σε ξέρει και δεν οφείλει να σε ξέρει, τότε να αποδεικνύεται λάθος κάτι που ο ίδιος σου ο εαυτός είχε δημιουργήσει και θεωρούσε δεδομένο και ισχύον, οδηγεί σε συναισθηματικό αδιέξοδο.
Με το που θα ζήσεις λοιπόν μια τέτοια εμπειρία "αρνητικής αλλαγής" ενός ανθρώπου, ειδικά αν σού είναι ιδιαίτερα αγαπητός, δεν θα πάψεις να έχεις εμπιστοσύνη στους ανθρώπους; Θα τολμήσεις να ανοιχτείς σε κάποιον άνθρωπο;
Αυτές είναι κατά την γνώμη μου οι συνήθεις λανθασμένες αντιδράσεις. Γιατί αν πρέπει να μάθεις κάτι από μια τέτοια εμπειρία, αυτό είναι να πάψεις να βγάζεις εύκολα συμπεράσματα και να θεωρείς τους ανθρώπους δεδομένους, όχι να σταματήσεις να τούς αγαπάς.

Πες μου τώρα, έχει κανένα νόημα να παραπονιέσαι που άλλαξε; Φυσικό είναι. Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει μεταξύ σας τόσα χρόνια, πόσο μιλάτε, κυρίως πόσο αυτός σού μιλάει, μα αν τον έχω καταλάβει έστω και στο ελάχιστο, δεν ήταν εκδηλωτικός. Λάθος; Ακόμα κι αν σε άκουγε, σού έδινε την άποψή του όπου την ζητούσες, δεν νομίζω να είχε κάτι ενδόμυχο να σού αποκαλύψει. Υποθέτοντας ότι είχε, δεν θα τού έδινε σημασία... Θα το άφηνε να περάσει αμελητέο ή θα το σνόμπαρε. Και απ' ευθείας θα το ξεχνούσε. Γιατί έχει καταλάβει ότι η ζωή είναι απλή. Έδωσε την δική του ερμηνεία σε αυτήν την ιδέα, μα τι πειράζει; Δική του είναι η ζωή. Δεν σε έβλαψε άμεσα, νομίζω... Προσωπική η απογοήτευσή σου.

Όσον αφορά το ερώτημα που έθεσα... Ποιος είναι σε θέση να κρίνει πιο αντικειμενικά έναν άνθρωπο; Αυτός που τον γνωρίζει καιρό ή αυτός που έχει κάνει απλά λίγη παρέα μαζί του; Αδυνατώ να απαντήσω, γι' αυτό θα ήθελα την άποψή σας!

Πέμπτη, 23 Δεκεμβρίου 2010

23 Δεκεμβρίου 2009 (και λίγο μετά...)

Και περνάει ο καιρός...

Εκείνη η μέρα με τίποτα δεν θα ήταν σαν τις άλλες. Σαφώς και η τελευταία μέρα του σχολείου θεωρείται ξεχωριστή... Δεν γίνεται μάθημα, πηγαίνουν εκκλησία, τους δίνουν κεράσματα, παρουσιάζουν υποτυπώδεις εκδηλώσεις. Κλασικά πράγματα. Πάντα έτσι γίνεται.
Για εκείνη την μέρα, λοιπόν, είχε ετοιμάσει κάτι μικρό, αλλά ξεχωριστό. Είχε ξοδέψει την προηγούμενη το κενό της στο ωδείο για να διαλέξει δωράκια για τους ανθρώπους που της είχαν χαρίσει ωραίες στιγμές τα τελευταία τρία χρόνια.
Μικρά πράγματα. Δυο στολίδια, χειροποίητα, μια γυάλινη καμπανούλα, έναν ξύλινο σελιδοδείκτη, μια από αυτές τις χιονόμπαλες που έχουν νερό μέσα και τις κουνάς και, ένα κερί.

Απ' τη στιγμή που έκανε να φύγει, όλο σκεφτόταν. Σκεφτόταν, σκεφτόταν, μήπως ξέχασε τίποτα, μήπως έλειπε τίποτα... Και αφού επέστρεψε στο σπίτι της δύο φορές -γιατί πράγματι είχε ξεχάσει κάποια απ' τα δώρα- πήρε τον δρόμο για την εκκλησία... Ταχυπαλμία. Για κάποιον λόγο την είχε πιάσει τρελό άγχος, παρ' όλο που αυτή έβαζε τις απουσίες και δεν είχε καμία διαφορά το αν θα αργούσε.
Επιτάχυνε το βήμα της. Έφτασε. Η γνωστή ατμόσφαιρα... Ασυναίσθητα, τον έψαξε με το βλέμμα της. Όπως πάντα, άλλωστε... Δεν κατάφερε να τον εντοπίσει, κι αυτό την παραξένεψε. Συνήθως ερχόταν πιο νωρίς από εκείνη, γιατί το σπίτι του βρισκόταν πιο κοντά.
Προχώρησε στην συνηθισμένη της θέση. Την βρήκε και το αεράκι μετά από λίγο, κάθισε δίπλα της.

-Γεια!
-Γεια σου! Τι γίνεσαι;
-Τίποτα μωρέ...
-Είδες κανέναν;
-Ναι. Τον ανικανοποίητο, τον άκυρο, τον τυχαίο, τον διαμεσολαβητή...
-Οκ.

Πού ήταν;


Δεν έβρισκε και τίποτα ιδιαίτερο να κάνει (αν έπιαναν συζήτηση με το αεράκι θα τους έκανε παρατήρηση η καθηγήτρια από δίπλα), γι' αυτό και ξανάρχισε να σκέφτεται.
Τίποτα πρωτότυπο.
Το μόνο που υπήρχε στο μυαλό της ήταν πώς θα του έδινε το δώρο του. Και πότε, και πού...
Ήταν αστείο. Δεδομένου ότι δεν βρισκόταν εκεί...
Μετά από ώρα, λογικό να μην υπάρχει συναίσθηση του χρόνου σε τέτοιο μέρος, βγήκαν έξω. Μεγάλη η αντίθεση της καθαρής ατμόσφαιρας και του φωτός με την σχετική αποπνικτικότητα και το ατμοσφαιρικό ημίφως της εκκλησίας. Ο ήλιος, που ήταν στα κέφια του εκείνη την μέρα, την τύφλωσε με το που βγήκε από την είσοδο. Ευχάριστο, μπορούσε να πει...
Ήταν με το αεράκι, τον διαμεσολαβητή και μια παρέα... Τούς είχε ήδη δώσει τα δώρα τους. Έγιναν, έστω και προσωρινά, χαρούμενοι. Και αυτό της αρκούσε.
Μα αυτός, πού ήταν; Γιατί δεν τον είχε προσέξει;

Να. Εκείνη τη στιγμή, τα ξέχασε όλα. Ήταν εκεί. Με το άνετο περπάτημά του, το έξυπνο βλέμμα του, το γλυκό του γέλιο.

-Καλημέρα., τού είπε χαμογελώντας.
-Ωωω, καλημέρα σας! τής ανταπόδωσε χαριτολογώντας, διαφορετικά απ' ότι συνήθως. Τόσο οικεία.
Κάτι είχε αλλάξει. Τουλάχιστον αυτή έτσι ένιωθε...

Όλα, λοιπόν, άρχισαν με μια καλημέρα.

Προχώρησαν (με το πάσο τους) προς το σχολείο... Για κάποιον λόγο, ένιωθε καλά. Όχι -ακόμα- περισσότερο απ' ότι συνήθως, μα καλά.
Όλοι μιλούσαν... Αυτή περιοριζόταν στο να γελάει μαζί τους. Ταυτόχρονα, το βλέμμα της διαρκώς τον αναζητούσε... Με το που επιβεβαίωνε την θέση του, κοίταζε αλλού. Και χαμογελούσε. (Κλασικά πράγματα.)
Έφτασαν στο σχολείο, στέκονταν στο προαύλιο χωρισμένοι στα γνωστά τους πηγαδάκια, συζητούσαν... Υπήρχε μια γενικά ευχάριστη ατμόσφαιρα.
Χτύπησε το κουδούνι, μπήκαν σε σειρά, τούς μοίρασαν μελομακάρονα, η χορωδία πήγε στο αμφιθέατρο, όπου ο καθηγητής της μουσικής συνέδεσε το αρμόνιο, στήθηκαν, μπήκε το κοινό, ξεκίνησαν.

Jingle bells, jingle bells...

Τραγουδούσε μηχανικά. Δεν σκεφτόταν. Δεν ήταν αναγκαίο, ούτως ή άλλως αποκλειόταν το ενδεχόμενο να φύγει απ' τον τόνο.

Oh, what fun it is to ride in a one-horse open sleight!

Το μάτι της, στην παύση ανάμεσα στα τραγούδια, έπεσε στον ανικανοποίητο. Ως συνήθως, ήταν μαζί του και, πάλι ως συνήθως, κάτι σκάρωναν...

You better watch out, you better not cry...

Ανέβηκαν τις σκάλες της σκηνής, πήγαν πίσω απ' την κουρτίνα και χώθηκαν στο σύνολο. Άρχισαν να τραγουδάνε

Better not pout, I'm telling you why:

Χαμογελούσε. Γελούσε. Γελούσαν! Η, ως τότε αποκλειστικά αποτελούμενη από κορίτσια, χορωδία είχε πλέον αποκτήσει τενόρο και βαρύτονο!

Santa Claus is coming...to town!

Χειροκροτούσαν, όλοι μαζί. Η κοπέλα γελούσε, γελούσε... Κι απ' έξω, κι από μέσα. Αμέσως ήρθε να την βρει ο ικανοποίητος, μαζί με αυτόν.

-Ρωτήσαμε τον κύριο και είπε πως τού αρέσαμε! Μας έβαλε στην χορωδία!!!

...και επισήμως, λοιπόν!

Τελείωσαν τα τραγούδια και οι ευχές της διευθύντριας...Βγήκαν απ' την αίθουσα, απ' το σχολείο. Δεν τού είχε δώσει ακόμα το δώρο του. Το κράτησε για το τέλος, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ή να δώσει έναν λόγο γι' αυτό. Είχε διαλέξει κάτι που φαινόταν συμβολικό, μα δεν ήταν. Ίσως να ήταν και ευτελές... Απλά το είδε και τον σκέφτηκε.
Βρίσκονταν στην είσοδο. Έβγαιναν διαρκώς παιδιά, άλλα χαιρετιούνταν, άλλα στέκονταν και συζητούσαν. Το αεράκι ήταν δίπλα της. Δεν φοβόταν, δεν είχε κάτι να φοβηθεί άλλωστε... Πήρε μια ανάσα κι έβγαλε απ' την τσάντα της μια μικρή κόκκινη χάρτινη σακούλα.

-Ορίστε! τού είπε καλοσυνάτα.
-Για μένα;; παραξενεύτηκε αυτός.
-Μα και βέβαια! Δεν βλέπω κανέναν άλλον εδώ γύρω!, γέλασε.
-Μα γιατί; επέμεινε εκείνος, έχοντας ένα ευχάριστα έκπληκτο και συνάμα αμήχανο βλέμμα.
-Για τα Χριστούγεννα!

Κι εκείνη τη στιγμή έκανε κάτι που αυτή δεν το περίμενε. Πήρε την σακουλίτσα και την έβαλε στο πλάι του κεφαλιού του γέρνοντάς το, με ένα παιδιάστικο ύφος. Ένα γλυκούλι ύφος. Ένα αξιαγάπητο ύφος. Ένα υπέροχο, γοητευτικό ύφος.

-Χριστούγεννααα... Σ' ευχαριστώ! Θα το βάλω κάτω απ' το δέντρο! Θα το ανοίξω την Πρωτοχρονιά! Και θα σε πάρω τηλέφωνο!

"Το υπόσχομαι."

Αδυνατούσε να αντιδράσει... Είχε εκστασιαστεί... Απλώς γέλασε. Μα με την καρδιά της.

-Καλό μεσημέρι, Ήλιε!

Γύρισε την πλάτη, και έφυγε. Με το αεράκι.
Απομακρύνθηκαν λίγο...

-Είμαι ερωτευμένη.
-Ουφφ, έλαα δεν μ' αρέσει να το ακούω έτσι. -.-


Γύρισε σπίτι της... Και όλα κύλησαν ομαλά.

Κατά τις οκτώ η ώρα το απόγευμα, εκεί που μελετούσε, χτύπησε το κινητό της. Ήταν αυτός.

-Παρακαλώ;
-Έλα, ο Ήλιος είμαι!
-Γεια σου! Πες μου...
-Τίποτα μωρέ, απλά κανονίσαμε να πάμε για πατινάζ... Το αεράκι δεν θα έρθει. Πώς το βλέπεις;
-Μμμ, δύσκολα. Έχω δουλειά.
-Α δύσκολα, ε; Καλά, δεν πειράζει! Γεια!
-Γεια..

Μμμ, δεν ήθελε να το χάσει αυτό. Ήθελε πολύ να πάει. Πολύ πολύ. Με τα χίλια παρακάλια ("Δεν σού έχω ξαναζητήσει κάτι τέτοιο...Είναι η τελευταία μέρα...Έρχονται Χριστούγεννα, μπορώ να δουλέψω...") κατάφερε να πείσει τον πατέρα της να την πάει. Με την προϋπόθεση ότι θα έπαιρνε και τον αδερφό της μαζί. Δεν υπήρχε θέμα. Αυτός ήθελε λιγότερο να έρθει απ' ότι ήθελε αυτή να τόν πάρει.

-Έλα! Θα έρθω τελικά!
-Οκ! Θα σε περιμένουμε!

Ετοιμάστηκε γρήγορα και περίμενε το αυτοκίνητο.
Ω ναι, ήταν χαρούμενη...
Έφτασαν κάτω απ' τον πολυκινηματογράφο στον οποίο είχε στηθεί το παγοδρόμιο, στην ταράτσα.

-Στις 11:30 θα περάσω να σάς πάρω.

Έφυγε, μπήκαν μέσα, πήραν το ασανσέρ.
"These are the longest forty seconds in my whole life."
Ντίνγκ! Άνοιξε η πόρτα του ανελκυστήρα. Ακουγόταν μουσική... Δεξιά τους ήταν κιόσκια με δώρα και φαγητά, μπροστά τους το υπόστεγο με το παγοδρόμιο, μισογεμάτο, αριστερά η είσοδος και το ταμείο. Προχώρησαν, είδε από μακριά τον αυθόρμητο, αυτόν και μια γνωστή κοριτσοπαρέα που είχε καιρό να δει... Πήγαν στο ταμείο, όπου τούς χαιρέτησε ο γνωστός τους που εργαζόταν εκεί και τούς έδωσε τα εισιτήρια για να πάρουν τα παγοπέδιλα. Στεκόταν στο γκισέ και περίμενε τα ρέστα.

-Άρτσι!


Γύρισε απότομα κι ευθύς τού ανταπέδωσε το χαμόγελο.
Ήταν η πρώτη φορά που την έλεγε έτσι.


Φόρεσε τα πέδιλά της και, διστακτικά και αμήχανα, βγήκε στην παγοπίστα. Ήταν γνωστό ότι κανένα άθλημα ή γενικά ό,τι αφορούσε την κίνηση δεν της ταίριαζε απόλυτα, ότι δυσκολευόταν να συντονίσει κινήσεις και ισορροπία. Γι' αυτό και το πήγαινε αργά αργά. Προχωρούσε, ήταν και μικρή η πίστα, χαιρετούσε όποιον γνωστό έβλεπε, έκανε κανα δυο γύρους. Πιθανότατα να την είδε που δυσκολευόταν... Πλησίασε λίγο και της μίλησε.

-Έλα... Μην το σκέφτεσαι. Ζησ' το!

Δεν έγινε η φράση-κομβικό που θα ενεργοποιούσε άμεσα τον αυθορμητισμό της. Αλλά, οφείλω να ομολογήσω, χαράκτηκε στον νου της εκείνη τη στιγμή. Πέρασε ένα λεπτό περίπου και άρχισε να παίζει εκείνο το τραγούδι. Κλισέ, συνηθισμένο, εμπορικάτζα... Τι σημασία είχε; 
Της έφτιαξε το κέφι... Ένιωσε τον ρυθμό... Μπήκε στον ρυθμό. Και άρχισε να τρέχει πάνω στον πάγο. Πρώτη φορά ένιωθε τόσο σίγουρη, πρώτη φορά δεν φοβήθηκε να ρισκάρει, έστω και για κάτι τόσο μικρό και ασήμαντο. Πρώτη φορά, ίσως, που τον άκουσε... Το έζησε, αν μη τι άλλο.
Ήρθε από δίπλα της ο αυθόρμητος ( ο οποίος, μαζί με τον άλλον, "έτρεχε" και χόρευε με άνεση...) και τής είπε μπράβο, ότι βελτιώνεται και τα λοιπά... Αμυδρά θυμάμαι αν χαμογέλασε και ο Ήλιος από δίπλα.

Μετά από λίγα αστεία, λίγους γύρους ακόμα, λίγες τράκες από μέρους των άλλων, πόνεσαν τα πόδια της και είπε να βγει απ' έξω... Καθόταν και μιλούσε με τον αδερφό της. Πήγε και στάθηκε στην κουπαστή που περιέβαλε την πίστα. Μετά από λίγο βγήκε και αυτός. Έβγαλε τα πέδιλά του, ρώτησε κάτι τον αδερφό της, σώπασε... Μετά ήρθε και στάθηκε δίπλα της. Πήρε ένα ανεξήγητα βαθύ, όλο νόημα, χαμόγελο. Γιατί; Εκείνη την ώρα δεν αναρρωτιόταν. Πετούσε σε πελάγη ευτυχίας. Ένα "Τι κάνεις;" το οποίο διαδέχτηκαν "Καλά είμαι, πολύ καλά...!", σχόλια για την εξωπραγματική ικανότητα του αυθόρμητου να τραβάει την προσοχή και την διαπίστωση ότι είχαν αργήσει και οι δύο να στολίσουν δέντρο και μάλιστα στόλιζαν την ίδια εκείνη μέρα, ήταν από μόνα τους ικανά να την βάλουν σε σκέψεις, να της πουν "Ναι, νιώθει το ίδιο! Ναι, σε θέλει! Ναι, σε αγαπάει! Ναι, θα πραγματοποιηθεί επιτέλους η μεγαλύτερή σου επιθυμία, δύο χρόνια τώρα!", πολύ απλά γιατί δεν είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Δεν είχε πάρει ποτέ της, ή τουλάχιστον δεν το είχε συνειδητοποιήσει, επιστροφή της ευγένειας που έδειχνε πάντα, της ανεκτικότητας και της διακριτικότητας που την χαρακτήριζαν.
Γι' αυτό ένιωθε τόσο όμορφα. Γι' αυτό έβαλε ταμπέλα σε εκείνη την μέρα. "Η πιο ωραία μέρα της πρόσφατης ζωής μου..."

Πήγε 11:20. Έτυχε να φύγουν και οι υπόλοιποι ακριβώς την ώρα που έπρεπε...Βγήκαν απ' τον κινηματογράφο, στάθηκαν στην είσοδο. Αυτός, ο αυθόρμητος και τα κορίτσια έκαναν να φύγουν και η κοπέλα τούς χαιρέτησε.

-Δεν θα γυρίσετε μαζί μας; απόρησε αυτός.
-Όχι... Έχουμε σωφέρ!
-Καλά τότε! Καληνύχτα!
-Καληνύχτα...!

Γύρισε σπίτι... Καθόταν δίπλα στο δέντρο που μόλις είχε στολίσει. Γαλήνη.



Η συνέχεια:
  • Την επόμενη μέρα πήγα για κάλαντα με το αεράκι και αυτός με τον ανικανοποίητο. Χαμόγελα.
  • Το ίδιο μεσημέρι, η μητέρα μου είπε το ενδεχόμενο να είναι ερωτευμένος μαζί μου... Πφφ, κι άλλος ενθαρρυντικός παράγοντας.
  • 23 ώρες αργότερα, μού ήρθε απάντηση στο μήνυμα με χριστουγεννιάτικες ευχές που είχα στείλει: "Ευχαριστώ, επίσης! Και μην ξεχνάς να ζήσεις την κάθε στιγμή, είναι μοναδική! :-Ρ". Περιττό να πω ότι το έχω κρατήσει από τότε.
  • Εφτά μέρες αργότερα, δεν τήρησε την υπόσχεση που δεν έδωσε.
  • Δύο μήνες ακριβώς αργότερα: -Υπήρχε λόγος που μού φερόσουν έτσι εκείνη την ημέρα; -Ποια μέρα; -Την τελευταία του σχολείου, προπαραμονή Χριστουγέννων... Που πήγαμε παγοδρόμιο... -Τι είχε γίνει εκείνη την ημέρα; -...Τίποτα συγκεκριμένο!  Πράγματι... Έγινε τίποτα συγκεκριμένο; Μπαα... Ήταν όμως η καλύτερη μέρα της ζωής μου μέχρι τώρα. Ως μέρα... Απλά, δεν πήγε τίποτα στραβά.
  • Τρεις μέρες αργότερα. Η επιβεβαίωση ότι όλα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια αυταπάτη.




Μένει τίποτα άλλο...; Όχι.

Δημοσίευση Ανάρτησης.

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Υποβολή προσωρινής απόσυρσης

Δεν νομίζω να υπάρχει, προς το παρόν, λόγος για να γράφω.
Έχω δει ότι δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες μου. Θέλω να γράψω για κάτι σύνθετο και δεν έχω το υπόβαθρο ή το λεξιλόγιο για να το αναλύσω. Λέω την άποψή μου για κάτι, αλλά αυτή είναι μια απλή μονοδιάστατη άποψη, η οποία προϋποθέτει να έχεις τον τρόπο σκέψης και τις αντιλήψεις μου για να σε πείσει ή να συμφωνήσεις. Αναλύω κάθε τόσο τον ψυχισμό μου. Μα δεν βλέπω ότι οι περιπτώσεις εδώ είναι δύο: είμαι καλά/δεν είμαι καλά. Το γιατί είναι κοινό και στις δύο... Και το έχω υπεραναλύσει πιστεύω.

Γι' αυτό, θα κάνετε λίγο καιρό να με δείτε. Τουλάχιστον μέχρι να θελήσω πραγματικά να γράψω. Είτε θα βγει κάτι τυχαία καλό, επειδή πέτυχε η στιγμή, τα αισθήματα και το περιεχόμενο, είτε τότε είναι που θα ικανοποιηθώ απ' το "επίπεδο" στο οποίο θα έχω φτάσει.Γιατί ο καλός μουσικός παίζει πάντα καλά. Μπορείς να συγκρίνεις δυο φορές και να βγάλεις την καλύτερη ή την χειρότερη, μα εξακολουθούν να είναι κι οι δυο καλές. Μόνο και μόνο επειδή φαίνεται το επίπεδο στο οποίο έχει φτάσει, μόνο και μόνο επειδή ξέρει τι κάνει.

Ελπίζω να πετύχω το ίδιο και με την γλώσσα. Και γενικά με ό,τι αγαπάω. :)


Θα περνάω από σας να τα λέμε πού και πού!
Αρτ.

υ.γ. Εγώ είμαι αυτή που σιχαίνεται τις επισημότητες...;