Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Έξοδος

Άλλη μια νύχτα. Καθόμασταν και πατούσαμε πλήκτρα ενώ τα χρώματα και τα σχήματα εναλλάσσονταν στην οθόνη μπροστά μας. Περνούσαν τα λεπτά. Μετά σταματήσαμε. Έπρεπε να γίνει, είπαμε. Πράγματι. Έπρεπε. Σηκωθήκαμε, πήρε ο καθένας την σειρά του. Μετά κοιμηθήκαμε. Όχι αμέσως. Μετά ξυπνήσαμε, θόρυβος απ' έξω. Οι συνθήκες, βλέπεις, επέσπευσαν κάτι που ούτως ή άλλως θα συνέβαινε. Καφές, τσιγάρο, για τον έναν απ' τους δύο τουλάχιστον, λέξεις που φαίνονται ελαφρές μα μετράνε. Μετά φύγαμε. Ήθελε να με συνοδέψει, είπε. Οι λέξεις που πλέον αβίαστα βγαίνουν απ' το στόμα μου, δεν μας άφησαν μόνους. Οι γνωστοί δρόμοι που κι όμως είναι παντελώς καινούριοι. Χειμώνιασε, βλέπεις. Κάποια πράγματα θα είναι κάθε φορά ιδιαίτερα, όσο κι αν φαίνονται γνωστά ή ίδια ή κοινά. Ή ανόητα. Κατεβαίναμε τον ίδιο δρόμο, στρίβαμε στα συνηθισμένα στενά. Ο σταθμός. Τους μισώ τους σταθμούς. Και τους αγαπώ. Και τους μισώ. Δεν είναι ότι απλά ενώνουν και χωρίζουν ανθρώπους, είναι ότι τους χωρίζουν, για να τους ενώσουν πάλι. Και αυτή η ακολουθία δεν αντιστρέφεται. Νομίζω. Ελπίζω. Μια στάση. Αρκετά μακράς διάρκειας. Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν. Άνθρωποι στέκονται για να ξαναφύγουν. Άνθρωποι κοιτούν παραξενεμένοι ή πικραμένοι ή χαμογελαστοί. Εμείς, εκεί, σε ένα πεδίο που ίσως κατάφερε να χωρέσει παραπάνω από έναν. Νομίζω. Ελπίζω. Το μυαλό παύει να λειτουργεί. Οι λέξεις πηγάζουν από αλλού. Από κάπου, αλλού. Οι κινήσεις δένουν μεταξύ τους, τα σώματα δίνουν το ένα στο άλλο και παίρνουν το ένα απ' το άλλο. Ο χρόνος αλλάζει ροή, και δεν αλλάζει. Μια μηχανική σκάλα εξακολουθεί την ατέρμονη (τάχα) κίνησή της, ανεξάρτητα απ' το τί συμβαίνει πέντε ή έξι μέτρα πιο πέρα. Οι άνθρωποι συνεχίζουν την πορεία τους, είτε σταματήσουν είτε όχι. Και η δική μου σειρά δεν άργησε. Εντάξει άργησε, λίγο. Λίγο. Κάλυψα αυτήν την απόσταση των πέντε ή έξι μέτρων. Μόλις συνειδητοποίησα ότι ίσως και να ήταν χαμένος σε κάποια σκέψη ή σε κάποιο βλέμμα και πήγε να σκοντάψει. Συναντήθηκαν και πάλι, και αυτό ήταν που είχε σημασία. Συνέχισα την πορεία μου, χωρίς να κουνιέμαι απ' την θέση μου. Όσο κατέβαινα χαμογελούσα. Δικαιολογίες. Κοίταξα πίσω μου. Έβλεπα τον ουρανό, έναν φωτεινό γκρίζο ουρανό. Η κατεύθυνση του φωτός την σκίαζε ελαφρά, μα η αναγραφή στην ταμπέλα ήταν ξεκάθαρη. "Έξοδος"
Οξύμωρο. Να βγεις από πού; Προϋποτίθεται ότι θα ήσουν μέσα; Και τί ήταν αυτό που ήθελε να σε κάνει να βγεις έξω, να περάσεις την Έξοδο; Το μόνο που ξέρεις είναι ότι, προς στιγμήν, ήθελες να βγεις έξω. Ήθελες να περπατήσεις αντίθετα απ' το μηχανικό ρεύμα που σε ωθούσε προς τα κάτω. Μέσα. Ήθελες να βγεις έξω, να ξεφύγεις απ' το Μέσα που προέκυψε αναγκαία. Που αναγραφόταν σε ένα παραλληλόγραμμο χαρτάκι με αριθμούς και γράμματα, που έλεγε ότι στις δώδεκα και δεκαοχτώ.
Τί ειρωνεία. Εγώ ήμουν που υπέγραψα αυτήν την συνθήκη. Και πολλές ακόμα. Τί παράξενο οι άνθρωποι να θέλουμε περισσότερα από ένα πράγματα.





"Ήρθε ο χειμώνας, και ήρθες κι εσύ! You bring the rain"



1 σχόλιο:

Rockmantic είπε...

Η ομορφιά του μετρό, που όλοι βλέπουμε, μα κανείς δεν περιγράφει...